Παρασκευή 29 Αυγούστου 2008

a shoot the dog poem: Οι Βαρώνοι


Οι βαρώνοι των Μέσων σου σκουπίζουν το δάκρυ
σου κρατάνε το χέρι, σου χαιδεύουν τα μαλλιά.
“Το ταξίδι στο Πέρα Μακριά επιφυλάσσει για σένα
έναν ήλιο σβησμένο”

Το χαρτί μένει άγραφο και το τσιγάρο στο τασάκι σκορπιέται για σένα.
Εσύ θα γνωρίζεις μόνο το δάκρυ από έναν βουβό πόνο.

Οι βαρώνοι των Μέσων, στον υγρό τους πύργο
κάτω από την πανσέληνο Του Λόφου Που Αναθεματίζει
ρίχνουν τη βαριά κατάρα μιας ετοιμοθάνατης αρχι-ιέρειας
στο αλυσοδεμένο γένος των Ανθρώπων

“Περίμενε με τους αφρούς των λυσασμένων σκύλων
στο στόμα που με Kόκκαλα έχεις ξεδοντιάσει
να ανατείλει από τους καπνούς μιας ρημαγμένης γενιάς
ένα ξημέρωμα που σε κρατάει λησμονημένο”

Οι βαρώνοι των Μέσων τρέφονται με Σκιά
που παράγεις στην κάμπο της άγιας γης
από τη στιγμή που σε ανάστησε χωρίς ανταμοιβή
μέσα από αρχαίες τεφροδόχους

Τα νερά μολυσμένα θα συνθλίψουν στο πέρασμά τους
τα χωράφια που έσπειρες, τους καρπούς που δεν μάζεψες.
Το τσιγάρο σου σβήνει ακάπνιστο, κι όμως δεν έχει βραχεί

Στο λουσμένο σαμπάνια κατώφλι του Χθες σου
θα σκουπίσεις κουφάρια, στεγνωμένα απ’το αίμα
που συλλέγουν Βαρώνοι