Σάββατο, 17 Μαρτίου 2012

Τα ψέμματα των δισεκατομμυρίων



Είναι δυνατόν να πιστεύουν, ο Βενιζέλος για παράδειγμα, ότι φάγαμε το παραμύθι πως έδωσε τη μάχη λέει να ανακουφίσει τις πλάτες των μελλοντικών γενεών από χρέος ύψους 100 δις;

Μπορεί έτσι να λέει στον εαυτό του, σαν άξιος επίγονος της ασθένειας του όψιμου νεοφωτισμού που κατά καιρούς χτυπάει τους πολιτικούς άνδρες που φέρονται να έχουν «αυξημένο» ειδικό βάρος σε σχέση με τους διπλανούς γυμνοσάλιαγκες του παραπίσω και του μπροστινού εδράνου της Βουλής. Και που τελικά πριν το καταλάβουν καλά-καλά καταλήγουν να γίνονται Κονδύληδες και Μεταξάδες. Αυτή όλη η περιπτωσάρα του Βενιζέλου είναι παραδειγματική εξόχως, και φωτίζει να πούμε και την άλλη μυστηριώδη περίπτωση, του Γιώργου του Γιαουρτά, που αναρωτιέται γιατί ο κόσμος δεν τον αγαπάει ενώ για χρόνια έτρεχε με 100 χιλιόμετρα μακριά απ΄ τον κόσμο των γειτονιών και ταυτόχρονα έχτιζε φήμη πασαλείβοντας τα μούτρα του με αριστοφανικό ψιμύθιο που του πρόσφεραν απλόχερα οι τηλεοπτικοί πραιτωριανοί της άρχουσας τάξης να πούμε, της τάξης του χώρια στη μάσα μαζί στον αγώνα.

Αν ζούσε ο Καζαντζίδης τι θα γινόταν; Όχι γιαούρτια, προβατίνες ολόκληρες θα του φέρνανε να τις κάνει σφαχτάρια στο κουρμπάνι της φτωχολογιάς. Πάρε το βιος μας Στελάρα θα του λέγανε, και κάνε το ο,τι θες, να ταϊσεις τους φτωχούς εσύ.

Και τι θα έλεγε ο Καζαντζίδης σήμερα αν ζούσε, σχολιάζοντας το γιαούρτωμα; Είμαι σίγουρος, και κόβω το κεφάλι μου γι’ αυτό που θα πω. Θα έλεγε ότι αυτοί οι Κύριοι που κάνανε σ’αυτόν τον Κύριο αυτό που κάνανε, να μη τολμήσουνε να έρθουνε σε δική μου συναυλία καμιά μέρα, γιατί έτσι και τους δω θα βάλω το Λαό μου να τους κάνει μαύρους στο ξύλο, αφού αυτή είναι η μόνη γλώσσα που καταλαβαίνουν οι φασίστες όλων των αποχρώσεων και όλων των ιδεολογιών, (δηλαδή όλοι οι οπαδοί των ιδεολογιών, θα προσέθετα εγώ, αφού ο οπαδισμός ο πολιτικός και ιδεολογικός είναι λανθάνον φασισμός να πούμε που λανσάρεται ως υπεύθυνη κοινωνική στάση, και η πρώτη πρέζα δωρεάν φιλαράκι).

Αλλά αυτό με τα 100 δις ξεπερνάει να πούμε κάθε φαντασία. Μιλάμε για 370 χρέος εκ των οποίων γύρω στα 170 ξέρω εγώ έχει η ΕΚΤ και απ’ τα 200 που μένουν κουρεύονται τα 100, που στην πραγματικότητα κουρεύονται λέει 175 περίπου, δηλαδή «όφελος» 85 δις από τα οποία τα 60 περίπου είναι όλα εντός Ελλάδας. Δηλαδή ξαλάφρωσε τους Έλληνες, ιδιώτες και ασφαλιστικά ταμεία, τράπεζες και ραντιέρηδες και το κακό συναπάντημα από 60 δις που μετά θα τα ψάχνει για να τους ανακεφαλαιοποίησει και να μη καταρρεύσει η οικονομία ξέρω ‘γω και παπαριές. Δηλαδή όλη η ιστορία είναι για καμιά 20αριά δις απ' αυτά που χρωστάμε στο εξωτερικό. Και καταστρέφεται όλη η περιουσία των Ταμείων του Λαού για το τυράκι αυτό. Πόσο μαλάκας είναι ο τύπος δηλαδή.

Δεύτερο, και εξίσου βασικό, λέει ότι είναι εκατό δις. Μα ρε αρχίδι της κοινωνίας, τις ονομαστικές τιμές μας λες; Eπειδή δεν καταλαβαίνει η Κυρία και θέλει Λαζόπουλο να τις το κάνει λιανά πας να εγκληματίσεις κιόλας; Bγάλε τα κουπόνια επιτοκίου στα καινούρια ομόλογα, βγάλε τα μετρητά από ΕFSF ξέρω ‘γω, βγάλε και την άλλη την εξυπνάδα που σου ‘πανε κι έβαλες μέσα μαλάκα, τη «ρήτρα ΑΕΠ» που τους χαρίζει πλούτο μελλοντικό από πετρέλαια και δεν ξέρω ‘γω (είπα να γίνω και ‘γω λίγο λαϊκιστής, είναι γλυκός ο άτιμος) κι έλα μετά να μου πεις για 100 δις, μαλάκα, ούτε αριθμητική δεν ξέρεις, φαταούλα.

Και μιας και πήρα φόρα, να πω και το άλλο. Πάει λέει, διαβάζω, ο Τσίπρας να κάνει αγωγή στη Βild γιατί τον είπε λέει καμπούρη και σπυριάρη ενώ αυτός είναι ωραίος και μάχεται για την ελευθερία πάνω στο άσπρο άλογο. Βρε λιμοκοντόρε αυτό σε πείραξε; Που το διάβασε όλος ο γερμανικός λαός και το συζητάει στα σπίτια του αυτό δεν σε νοιάζει; Δηλαδή άμα αποζημιωθείς στο δικαστήριο ξέρω γω, σαν τον Γιακουμάτο ή τον Παπαντωνίου ή τον Πετσάλνικο ξέρω ‘γω, η φήμη σου θα έχει αποκατασταθεί; Eίναι τώρα αυτό πολιτική με τα δικαστήρια; Δηλαδή άμα είναι πομερανός  γρεναδιέρος ο δικαστής και σου ρίξει καμιά τάπα στη μούρη πάει να πει ότι εσύ είσαι τρομοκράτης; Mάλλον μαλάκας είσαι. Οπότε καλά κάνουν κι αυτοί και σε λοιδωρούν για πλάκα. Ετσι για να μιλάμε λίγο τούρκικα τώρα, γιατί με την πολλή λογική μπούχτησα πια.

Επιπλέον, για να δεις πόσο λάκαμας είσαι -ακόμα πιο πολύ δηλαδή, και πώς ειρωνεύεται η ιστορία αυτούς που παθαίνουν αυτό που εύχονται (σαν τον μπουμπούκο που αναγκάστηκε να βιώσει την ανεργία της πατριωτικής του θυσίας) έπρεπε να φτάσεις σαράντα χρονώ μαντράχαλος για να καταλάβεις τις αρετές της ελεύθερης οικονομίας. Γιατί φιλαράκι, σε αντίθεση με την Αλέκα που έσπευσε να μιλήσει με χλιαρά συγκρατημένη καχύποπτη αισιοδοξία που ποιεί την ανάγκη φιλοτιμία για το πατατοκίνημα, εσύ την πάτησες και το υποδέχτηκες χεσμένος από τη χαρά σου. Διότι στο ΚΚΕ που είναι μελετημένοι οι άνθρωποι και όχι ερασιτέχναι, κάθησαν και τα ‘βαλαν κάτω και είπαν ότι δεν μπορούμε να υιοθετήσουμε ένα κίνημα που υποστηρίζει την «ελεύθερη αγορά με ανόθευτο ανταγωνισμό» που είναι το αξιακό ευαγγέλιο της ΕΕ και που είναι στη πραγματικότητα αυτό που συμβαίνει με την πατάτα. Διότι αν στηρίξουμε τον ακηδεμόνευτο από μεσάζοντες μεταπρατισμό στα προϊόντα του πρωτογενούς τομέα, ύστερα η φωτιά θα πάει σ’ όλο το φάσμα του εμπορίου και της οικονομίας και ο κόσμος θα καταλήξει να ψωνίζει αλέυρι απ’ τους μύλους, αμάξια απ’ το εργοστάσιο και Ι pad απ’ τη Σίλικον Βάλεϋ, και ύστερα –σε βάθος χρόνου δηλαδή όταν η οικονομία προσαρμοστεί στο νέο καταμερισμό εργασίας- δεν θα απομείνει ούτε ένα «μέσο παραγωγής» για να κοινωνικοποιήσουμε εμείς. Xώρια η υπεραξία που στο βάθος παραμένει άθικτη. Για να μη μιλήσω για τράπεζες… 

Έτσι σαν σαρακοστιανό μεζεδάκι για σκέψη… 

(PS. το παρόν γράφτηκε πριν την ηλίθια ενεργοποίηση των CACs, ήτοι Collective Action Clauses που έφεραν το πετσόκομα του αιώνα στην περιουσία των ασφαλιστικών ταμείων του εργαζόμενου ελληνικού λαού. Τα νούμερα ως εκ τούτου είναι πλέον κατά τι διαφορετικά, εκείνο δε που τείνει εγγύτερα πλέον προς την έννοια της προδοσίας, κατά τι φανερότερο.) 

Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012

σημείωση στο Χρεοκοπισμό: ο βάνδαλος



Η συστηματοποιήσεις τις οποίες πάντα με αφέλεια επιχειρώ να διατυπώσω και για τις οποίες μπορεί να με κατηγορήσει κανείς ως κολλημένο ή και απαίδευτο μυαλό σύμφωνα με τα τρέχοντα αποδομιστικά στάνταρ των ολιστικών ρεβεντικασιόν και των αποκαθηλωμένων ιδεολογιών εν γένει, είναι κάτι που κάνω σαν άσκηση καθαρά προσωπική για να αποφύγω τον κατακερματισμό της σκέψης. Που ούτως ή άλλως είναι ολίγον αναπόφευκτος όταν αρνείσαι να ενταχτείς διαχρονικά σε κάποιο περιεκτικό δόγμα ή όταν υφίστασαι επίσης διαχρονικά καταιγισμό υπερπληροφόρησης. Την οποία σαν γνήσιο Διαφωτιστικό υποκείμενο να πούμε ματαιοδοξείς ότι θα την συνολίσεις και θα την ταξινομήσεις, αλλά βαυκαλίζεσαι και απατάσαι πλάνην οικτράν.

Έτσι λοιπόν, σκεφτόμενος πάνω στη βία, τις «προβοκάτσιες» των παρακρατικών και των αντιεξουσιαστών και όλο το συγκείμενο που ξετυλίγεται κάθε φορά που ανοίγει μια τέτοια συζήτηση, θέλω να το πιάσω από την πλευρά του υποκειμένου, εξαιρώντας τη συνωμοσιολογία, δηλαδή την αναγωγή της εκάστοτε πράξης βανδαλισμού σε χρησιμοθηρικές προκείμενες, και να το δω λίγο ψυχολογιοκεντρικά. Νομίζω λοιπόν ότι μιας και η επαναστατική πράξη αφιερώνεται από τη μία πλευρά, στην ολιστική αποθέωση της αξίας της υλικής αναπαραγωγής της κοινωνίας και των ατόμων της, των πρόσφατα ή διαχρονικά αποκλεισμένων από αυτήν, έτσι αναπόφευκτα και με τον ίδιο ανακλαστικό τρόπο (που χρησιμοποιεί για να οικοδομήσει το διάλογο της διεκδίκησης, υλικά από διάφορες πνευματικές και πρακτικές ηθικές αντιλήψεις όπως είναι οι ιδεολογίες και οι καθημερινές βιωματικές αλήθειες) με τον ίδιο τρόπο ο αυτονόητος αντίλογος (στον οποίο μπορεί να συμμετέχουν κάποιοι που διαφωνούν με το πρόταγμα αυτό ή και κάποιοι που συμφωνούν αλλά προσχωρούν στον αντίλογο ως πεδίο άσκησης εκδικητικών συναισθημάτων που αναδύονται από τις συνεχείς υπεκφυγές του συστήματος ως προς την άρση του παρατεινόμενου κοινωνικού αποκλεισμού τους) επιχειρεί μέσα από μία φευγαλέα και πρόχειρη πράξη καταστροφής αυτός ο αντίλογος (ή και μια πράξη συστηματικά οργανωμένη με διακλαδώσεις που μπορεί και να εμπίπτουν τελικά σε κάποιου είδους «προβοκάτσια»), να αρθρώσει αυτό το ρημάδι το αντί του.

Τι λέει όμως αυτός ο αντίλογος; Λέει, κατά τη γνώμη μου, ότι δεν μπορεί να έχεις βιτρίνες τη στιγμή που αν θέλεις μπορείς να έχεις άλλες πολλές, στημένες μέσα σε 24 ώρες, καλύτερες και πιο γυαλιστερές. Δεν μπορείς να έχεις εμπόρευμα που βγαίνει σε άπειρα τεμάχια από γραμμή παραγωγής τη στιγμή που αύριο υπάρχουν οι προϋποθέσεις για να έχεις μερικά εκατομμύρια ακόμη από αυτά τα τεμάχια εμπορεύματος. Δεν μπορεί να έχεις υλική υποδομή (κτίρια, στάσεις, παγκάκια, πλατείες) δημόσια ή ιδιωτική, την οποία εύκολα έχουν υπερκεράσει οι ώριμες παραγωγικές δυνατότητες και αύριο αν θέλεις, έχεις τους πόρους και τα μέσα για να φτιάξεις την ίδια και ακόμη καλύτερη που θα την αντικαταστήσει. Η ευκολία των παραγωγικών δυνατοτήτων στην αντικατάσταση της φασόν παραγόμενης ιδιότητας του εμπορεύματος, που κάτω από μια υπάρχουσα αντικοινωνική σχέση ιδιοκτησίας έρχεται και κάνει την απλή ύλη μορφή περιουσίας, παίζει νομίζω κεντρικό ρόλο στο βανδαλισμό. Αν εξαιρέσουμε τη συνωμοσία δηλαδή, και όπως είπαμε, όλο το συγκείμενο μιας προβοκάτσιας.

Τι ενέχει αυτή η πράξη ως στοιχείο αλλοίωσης της πραγματικότητας που την κάνει πρόταγμα χρήσιμο να ακολουθηθεί, για αυτόν που την κάνει, δηλαδή τον βάνδαλο; Ενέχει μία τίμια ελαφρότητα, δηλαδή ένα εύκολο δέλεαρ (για τους πάσχοντες από achilleus syndrome ήτοι μία νεύρωση παραίτησης-φυγής που χτυπάει τους ταλαντούχους υποτίθεται ανθρώπους) ότι απαλάσσουν τον κόσμο από κάτι που τον καθηλώνει (τα εμπορεύματα και την ύλη σε πιο μέσα επίπεδο) χωρίς να έχει τύψεις για αντικοινωνική δράση (τύψεις που όλα τα περιεκτικά δόγματα φροντίζουν να ερεθίζουν μέσα από τις εκάστοτε έννοιες της παραβατικότητας που εισάγουν ως προς την ορθοδοξία του αρχικού ιδεατού σκοπού τους κ.ο.κ.) αφού είναι αυταπόδεικτο, τουλάχιστον σε μακροοικονομικό επίπεδο και μακροκοινωνικό (εξαιρούνται από τη σκέψη του βάνδαλου οι εξατομικευμένες τύψεις γιατί δρα σαν πολιτικό υποκείμενο με αντικείμενο τη μάζα και την ιστορία ενώ τον «συνάνθρωπο» σαν πρόσωπο ξεκινάει να τον βλέπει πάλι μονάχα αφού βγάλει την κουκούλα και γενικά το όποιο προσωπείο του τυφλού μαζικού υποκειμένου) ότι αυτό που καταστρέφει μπορεί να αντικατασταθεί από μία μεταφορά πόρων από εκεί όπου οι πόροι προορίζονται, όχι για τον ίδιο όπως είπαμε στην αρχή (δηλαδή τον διαχρονικά αποκλεισμένο) αλλά για τα εμπορεύματα και την επενδυτική-καπιταλιστική λειτουργία του κράτους, (του κράτους-πατερούλη αν θέλετε, στον κρατικό ή κρατικοδίαιτο καπιταλισμό, ή του κράτους-νυχτοφύλακα στον μετανεωτερικό καπιταλισμό όπου κι εκεί μεταφέρονται διαχρονικά και με συστηματικό τρόπο, πόροι προς το τραπεζικό σύστημα).

Αυτά σαν προκαταρκτικά. Τώρα πρέπει να πάω στο άλλο. Στον αν είναι αντίλογος αυτή η πράξη ή λόγος αυτόνομος. Γιατί είπα ότι είναι αντίλογος στην επαναστατική διιεκδίκηση από κάποιους που διαφωνούν με αυτήν ή από εκείνους που απογοητευμένοι από τη διαρκή αναβολή της εκπλήρωσής της, πάνε να πούμε με το μέρος των πρώτων. Οι πρώτοι λένε το εξής: Μπιφτέκι θες; Εγώ θα στο πάρω το μπιφτέκι σου. Διότι είναι λάθος να θέλεις μπιφτέκι. Οι δεύτεροι λένε: Αφού δεν μπορώ να έχω εγώ μπιφτέκι, δεν μπορεί να έχει κανένας μπιφτέκι. Και νομίζω ότι αυτοί οι δύο κάπου συναντιούνται στη μέση της διαδρομής.

Φυσικά δεν έχω λάβει υπόψιν μου πολλά εκατομμύρια σελίδες που έχουν γραφτεί πάνω στα κίνητρα και τη νοηματοδότηση της προσωπικότητας του βάνδαλου. Απλά έτυχε να πάρω τις προάλλες από την έκθεση στην Κλαυθμώνος το πολύ εύληπτο και σε απλά κουτσουρομεταφρασμένα ελληνικά δοκίμιο του Έρικ Χόφφερ με τίτλο Ο Φανατικός, και ήθελα κι εγώ με τη σειρά μου να καταθέσω τη συμβολή μου στον επιστημονικό διάλογο του απέραντου ελληνικού καφενείου. 

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2012

notes on Defaultism 2

Θα προσπαθήσω να ξαναπιάσω το νήμα εκεί που το άφησα στην προηγούμενη ανάρτηση. Περί Χρεοκοπισμού δηλαδή. Και τούτη εδώ θα είναι μάλλον μία από τις τελευταίες αναρτήσεις που κάνω σε αυτό το μπλογκ. Γιατί αυτό; Eπειδή όσο περνάνε τα χρόνια και βυθιζόμαστε στις συνέπειες της χρόνιας πολιτικής διαφθοράς και κοινωνικής υποκρισίας, η σκέψη δεν σταματάει αλλά χάνει τις δυνατότητες να εμπνέει όταν απλώς επαναλαμβάνεται χωρίς να προσθέτει τίποτα παραγωγικό. Τότε έρχεται η ώρα της ποίησης και του αναστοχασμού. Η ώρα των αποτιμήσεων και της εξαγωγής διδαγμάτων, προσωπικών και ίσως και κοινωνικών. Για άλλους έρχεται η ώρα του πεζοδρομίου και της επανάστασης. Όλοι βλέπεις έχουν φτιάξει από ένα μαγαζάκι και πουλάνε, το δικό μου όμως ήρθε η ώρα να το κλείσω από τις παράπλευρες συνέπειες της «οικονομικής κρίσης». Θα βγω έξω από τo σασιρμά. Παίρνω το δισάκι μου και φεύγω που λένε. Γιατί σαν ελεύθερος άνθρωπος από ανατροφή και παιδεία, ανήκω στο κόμμα του μακαρίτη του Άκη Πάνου. Που για ιδρυτή, αρχηγό και μοναδικό οπαδό είχε τον ίδιο, και μετά το θάνατό του το κληρονόμησα εγώ κι έφτιαξα όπως και άλλοι πολλοί φαντάζομαι, το δικά μας αυστηρά προσωποπαγή κόμματα –με την πλέον όσο δεν πάει άλλο στενή έννοια του όρου. Δες το κάπως έτσι: τo σκιώδες πολιτικό γραφείο μέσα στο κατακερματισμένο μυαλό μου μην αντέχοντας το κόστος πολλαπλών συνειδησιακών διασπάσεων, πήρε την απόφαση να αυτοδιαλυθεί. Και αφήνει κάπου σε μια άκρη τις παραδοσιακές ή καινοφανείς βεβαιότητες, κληρονομιά των ηλιθίων. Εντούτοις μένουν ακόμη μερικά τελευταία πράγματα που πρέπει να ειπωθούν.

Υποτίθεται ότι αναδύεται ένα αντιμνημονιακό μπλόκ στην Ελλάδα, σε απάντηση του πρώτου ελληνικού τραπεζικού πραξικοπήματος που ανέβασε στην κυβέρνηση τον Παπαδήμο. Αυτό το μπλόκ, ή μέτωπο αν θέλετε, δεν θα συμπηχθεί ποτέ. Θα αποτελέσει τη δυστοπία του παραδοσιακού λαϊκισμού, αριστερού και δεξιού. Και λέω δεν θα συμπηχθεί ποτέ διότι ο ηθικός και πολιτικός κατακερματισμός της Αριστεράς δεν θα ανέλθει ποτέ στο επίπεδο των πραγματικών αναγκών του λαού. Μπορεί να βάλουν μέχρι και όπλο στο χέρι του λαού, την πείνα του όμως δεν θα τη ταΐσουν ποτέ, ούτε θα ρίξουν ξύλα στις σόμπες του, ούτε πετρέλαιο στα καλοριφέρ του, ούτε σχολεία για τα παιδιά του θα φτιάξουνε. Οι Έλληνες εδώ, για τους δικούς μας μιλάω. Καταρχήν γιατί σύντομα δεν θα υπάρχει λαός, με την εθνογεωγραφική του σημασία και τα προσαρμοσμένα σε αυτήν χαρακτηριστικά του που λένε οι πολιτικοί επιστήμονες. Ένα τουρλουμπούκι από τυχοδιώκτες της μάσας θα υπάρχει μόνο, που σαν ταξική συνείδηση θα ακούνε μόνο όποια ξένη πρεσβεία τους ακουμπήσει τα περισσότερα φράγκα. Η Ελλάδα θα είναι στο εξής, λόγω της δημογραφικής απίσχνανσης και της εξωτερικής μετανάστευσης, χώρος εθνοπολιτισμικής ποικιλότητας που πετάει στον κάλαθο των αχρήστων τις ιστορικές συνυποδηλώσεις που διατρέχουν την πονεμένη ραχοκοκαλιά της ελληνικής Αριστεράς. Αυτή είναι η άποψή μου και δικαιούμαι να την έχω.

Από την άλλη άποψη, το μνημονιακό μέτωπο με την υποταγή και τη μαλθακότητα που το διακρίνει, τον εκφυλισμό των αντιλήψεων περί κλασικού πολιτικού και οικονομικού φιλελευθερισμού που ανέβασαν τα προοδευμένα έθνη της Δύσης στο σημείο που βρίσκονταν πριν από εκατό χρόνια όταν διαφεντεύανε όλα τα έθνη με την πολιτική των κανονιοφόρων και σήμερα με την εθελούσια υποταγή τους στην εκφυλιστική μάστιγα του καταναλωτισμού και του εμπειρισμού, παπαγαλίζει το μέτωπο αυτό, κάποιες αντιλήψεις κάποιου λέει Φρίντμαν νομπελίστα περί self regulating markets και βάζει νερό στο κρασί της μόνο για κάποια θηριώδη προγράμματα νεοκεϋνσιανών marshall plans που χάρη στη μόχλευση με την οποία θα επιτευχθούν, θα αποδώσουν καρπούς πάλι στα αφεντικά των πρώτων δηλαδή τις μεγάλες επενδυτικές τράπεζες του εξωτερικού και από πίσω τους τη σκιώδη Fed που είναι σε τελευταία ανάλυση ο ίδιος και αυτός παίκτης. Που κόβει χρήμα και δανείζει με swaps επιτοκίου 0,3% την ΕΚΤ. Που κάποιοι τη θεωρούν ως αυτόνομο πόλο που είναι ικανός να διατηρεί περιφερειακά προτεκτοράτα και να στήνει νέα Ράϊχ όταν η ίδια είναι προτεκτοράτο των Αμερικάνων. 

Έτσι οι δύο πόλοι του ιστορικού διαλόγου αυτοακυρώνουν το όραμά τους, όποιο και αν είναι αυτό σε τελευταία ανάλυση και μένουν έρμαια κάποιων «εξωτερικών» εξελίξεων, κάποιας απροσδιόριστης «συμμαχίας» με μια μεγάλη δύναμη (λες και υπάρχουν σήμερα μεγάλες δυνάμεις πλην του Blaknfein της Goldman Sachs), κάποιου πολέμου που θα ξαναμοιράσει τη γεωπολιτική τράπουλα και θα τους πετάξει κάνα κόκαλο αν μείνουν στην πλευρά των νικητών (λες και μπορείς να προβλέψεις ποιος θα νικήσει, αφού καλά-καλά δεν ξέρεις ποιος πολεμάει), ή κάποιου ουτοπικού προγράμματος αναδιάταξης της εσωτερικής παραγωγής στην Ελλάδα, λες και είναι δυνατόν να καναλιζάρεις ένα λαό και μία χώρα σε ένα μονοπάτι οικονομικής ανασυγκρότησης όταν δεν μπορείς να τον μάθεις να σέβεται τις διαβάσεις για πεζούς ή τον αντικαπνιστικό νόμο. Για να μη μιλήσω για τη χρήση κινητών συσκευών εκπομπής ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας στα μέσα μαζικής μεταφοράς. Και μετά σου λένε κάτι τύποι σαν τον Μπεχράκη για παθητικό κάπνισμα και μαλακίες. Αυτοί όλοι (και δεν εννοώ τον Μπεχράκη) έχουν σχέδια για τον τόπο αυτό, και άπειρο χρόνο στη διάθεσή τους να τα απεργάζονται και να βαυκαλίζονται ότι θα τα πετύχουν και να μας τυραννάνε διαχρονικά ζητιανεύοντας κατόπιν ψηφουλάκια με δακρύβρεχτες συγνώμες από καθέδρας για όσα δεν πέτυχαν αλλά με πίστη ότι θα τους βγει η χαρτωσιά στον επόμενο γύρο της πρέφας. 
Ρε ουστ.
Έτσι μιλάω στα σκυλιά. 
Και στις γάτες κάνω, ξξξςςςς..!

Με τους ουραγκοτάγκους τώρα τι γίνεται. Ή καλύτερα, με τους μυρμηγκοφάγους. Οι μυρμηγκοφάγοι είναι αυτοί που ρουφάνε τα μυρμήγκια, εμάς δηλαδή, με την προβοπουλοπροβοσκίδα τους. Δεν βάζουν τα μυρμήγκια να δουλεύουν ηλιθιωδώς και εθελούσια για τους σκοπούς του όποιου ανθυποσυστήματος υπηρετούν οι προηγούμενοι που ανέφερα, αλλά απλά περνάνε από πάνω σου και σε ρουφάνε. Κάτα κάποιο τρόπο είναι το ίδιο πράγμα, αλλά λόγω κλίμακας μεγεθών δεν αντιλαμβάνεσαι το ρούφηγμα ως στιγμιαίο αλλά ως ανήφορο σε μία σκάλα με καρφιά και ξυράφια, και στο τέλος το λες ζωή αυτό το πράγμα. Λοιπόν αυτοί οι τελευταίοι που εξευτελίζουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, αρέσκονται να σε βλέπουν να ξυπνάς από ένα όνειρο και να ξαναμπαίνεις σε ένα άλλο. Όλα τα όνειρα που χαριεντίζεσαι ότι βλέπεις, είναι δικά τους. Γίνε ελεύθερος άνθρωπος, πάψε να καταλώνεις σα κτήνος, βάλε τέχνη στα χέρια σου να γίνεις χρήσιμος, ανθρώπεψε κομμάτι να βγει η λίγδα του ζώου από πάνω σου και γράψτους εκεί που δεν πιάνει μελάνι. Συμβιβασμός θα πούνε κάποιοι. Έχουν για να ξυπνήσουν πολλές φορές ακόμη αυτοί. Τους χαιρετώ.