Πέμπτη, 6 Αυγούστου 2009

Το «Δημοκρατία και Παγκοσμιοποίηση» του Δ.Χαραλάμπη είναι ένα εισαγωγικό βιβλίο που θέτει τον αναγνώστη στο επίκεντρο του διαλόγου για τη Νεωτερικότητα και της κατακτήσεις της από την εποχή του τέλους της φεουδαρχίας (17ος-18ος) έως και τη μεταπολεμική εποχή που σηματοδοτεί κατά το συγγραφέα την αρχή του λεγόμενου σοσιαλδημοκρατικού συμβολαίου και την την εγκαθίδρυση του νεοκορπορατιστικού μοντέλου (εργοδοσία-συνδικάτα-κράτος) ως κυρίαρχου οικονομικού πλαισίου δράσης και συνεργασίας μεταξύ των δύο πόλων της παραγωγικής σχέσης (κεφάλαιο-εργασία). Η δομή του εξαιρετικού αυτού πονήματος συνυφαίνεται με επίκεντρο την έννοια του ανθρώπου ως θεμέλιου της Νεωτερικότητας όπου τον τοποθετεί η πνευματική αναγέννηση του Διαφωτισμού και οι θεωρίες περί κοινωνικού συμβολαίου (Ρουσσώ-Λοκ). Η κατάρρευση της φεουδαρχικής σχέσης παραγωγής και η συνακόλουθη επανατοποθέτηση ή επαναθέσμιση του κριτηρίου της κοινωνικής συσσωμάτωσης του Υποκειμένου μέσα στο όλον του κοινωνικού γίγνεσθαι τόσο ως οντότητας οικονομικής όσο και κοινωνικού δρώντα με ολοένα αυξανόμενο ρυθμό συμμετοχής σε συλλογικές αποφάσεις (Ην.Βασίλειο- Μάγκνα Κάρτα) εδράζεται σε μία ιδιότυπη sui generis σχέση μεταξύ του γεγονότος της αμφισβήτησης της απόλυτης μοναρχίας και της παπικής μονοκρατορίας από την γαιοκτητική αριστοκρατία και την ολοένα και αυτονομούμενη από προ-νεωτερικές συλλήψεις έννοια της ατομικής ιδιοκτησίας. Σημαίνει δηλάδή ότι δεν μπορούμε να ισχυριστούμε με επάρκεια τί προηγείται και τι έπεται σε μία σχέση όπως η παραπάνω όπου σαφώς διακρίνεται ένα εξαρτημένο αποτέλεσμα, το αδιαμφισβήτητο γεγονός της απελευθέρωσης του Υποκειμένου από τα δεσμά της αναγκαστικής εργασίας στην έγγειο ιδιοκτησία του εκάστοτε φεουδάρχη, δομή κληρονομημένη, νομιμοποιημένη και αναπαραγόμενη ελέω θεού, μέσα από το βραδυκίνητο καθεστώς των μεσαιωνικών νομικών τάξεων.

Η σχετικοποίηση του (κοινωνικού) κριτηρίου ευγενικής-αριστοκρατικής καταγωγής από την ανάδειξη στο προσκήνιο του κριτηρίου της ατομικής ιδιοκτησίας σήμαινε την συντέλεση ενός σπουδαίου βήματος προς την γενίκευση των δικαιωμάτων και την ολοκλήρωση της έννοιας του ανθρώπου ώς έννοιας εν τέλει αφαιρετικής, ως homme sans phrase, ως πλήρους ελέυθερου ιστορικού Υποκειμένου, χωρίς κληρονομημένους καταπιεστικούς προσδιορισμούς. Το βήμα αυτό, που σαφέστατα ανατανακλά την αδυναμία υλικής αναπαραγωγής του παλαιού καθεστώτος, όχι μόνο απελευθερώνει λανθάνουσες οικονομικές δυνάμεις που με τεράστιες παραγωγικές δυνατότητες θα εξασφαλίσουν έστω και πυραμιδικά τα εχέγγυα υλικής αναπαραγωγής της κοινωνίας για του επόμενους τρεις αιώνες and counting αλλά ανοίγουν το δρόμο για μία νέα σχετικοποίηση του κριτηρίου του αυτεξούσιου της ανθρώπινης υπόστασης που θα απαιτεί έκτοτε το προσδιοριστικό της κριτήριο να αμβλύνεται τόσο όσο ανοιχτή είναι και η ίδια η έννοια του ανθρώπου.

Με την κατάρρευση του αριστοκρατικού προνομίου και τη διάσπαση της νομοκατεστημένης εξουσιαστικής δομής της μεσαιωνικής φεουδαρχίας, η εξύψωση της έννοιας της ατομικής ιδιοκτησίας ιδιαίτερα μέσα από το έργο του John Locke (Πραγματείες), απολαμβάνει θέση ανάλογη της σπουδαιότητας του ρήγματος που προξένησε στην πρωτέρα δομή και ως εκ τούτου θεοποιείται.[1] Η ιδιοκτησία αποτελεί προυπόθεση της ατομικότητας, του προσδιορισμού του ανθρώπου της Νεωτερικότητας, με την αυγή της οποίας η έννοια του προνομίου καταρρέει και εμφανίζεται η έννοια του δικαιώματος. Η ιδιοκτησία παύει να είναι ελέω θεού φυσικό προνόμιο που εγγυάται το κατεστημένο δίπολο παπισμού-φεουδαρχισμού, αλλά φυσικό δικαίωμα που επιτρέπει στους ανθρώπους-ιδιοκτήτες να είναι ελεύθεροι και ίσοι μεταξύ τους. Συνακόλουθα οι αξιώσεις για ελευθερία και ισότητα εμφανίζονται εξ’ αντανακλάσεως σε επαναστατικά μανιφέστα και διακηρύξεις ως οι προϋποθετικές αρχές που μπορούν να διασφαλίσουν την πρόσβαση στην ιδιοκτησία διαμέσου της οποίας τα ανολοκλήρωτα ακόμη υποκείμενα της αυγής της Νεωτερικότητας καθίστανται κοινωνικώς αναγνωρίσιμα ως ελεύθερα. Αυτή η ιδιότυπη σχέση εξάρτησης δηλώνει και με αυθάδεια ίσως ότι η ιδιοκτησία όντως διαχύθηκε κοινωνικά, αλλά φρόντισε να καταστήσει εαυτόν της αξία sine qua non για την ολοκλήρωση του αυτεξούσιου του ελεύθερου υποκειμένου ως επιθανάτια παρακαταθήκη μίας γαιοκτητικής αριστοκρατίας που αποσύρθηκε από το ιστορικό προσκήνιο για να εμφανιστεί ως βιομηχανική μπουρζουαζία. Απολυτοποιώντας την ιδιοκτησία μετά την απελευθέρωσή της, σχετικοποίησε την ισότητα και την ελευθερία, ανάγοντας τα σε λειτουργικές-εργαλειακές προυποθέσεις και όχι τελεολογικές όπως πιθανώς ένας αντίλογος θα ισχυριζόταν ότι τους αρμόζει. Εν τούτοις, αυτό δεν θα πρέπει να μας ξενίζει, καθώς ο δρόμος για την απολυτοποίηση της έννοιας της ανθρώπινης υπόστασης και της ιδιότητας του πολίτη ως μοναδικού κριτηρίου για την ισότητα και την ελευθερία μεταξύ όλων των ανθρώπων (όπως εκφράζεται στο καθολικό δικαίωμα ψήφου όλων των πολιτών στο δημοκρατικό πολίτευμα) έπρεπε να θεμελιωθεί πρώτα εμπράγματα, και μέσα από μία σταδιακή διαδικασία να υποσκάψει το ιστορικό εμπόδιο της αναγκαστικής πρόσδεσης των προυποθετικών αυτών αξιών στο άρμα μίας εμπράγματης αξίας[2] έστω και ως αφηρημένης έννοιας, όπως στη συνέχεια κατέστη μετά την ιδιοκτησία η ικανότητα για προσφορά εργασίας.

Η προσφορά εργασίας αντικατέστησε σταδιακά μετά τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο την ατομική ιδιοκτησία ως κριτήριο νομιμοποιητικό της αναγνώρισης της ελευθερίας του Υποκειμένου. Σε αυτό συνέβαλλε η μαρξιστική ανάλυση της καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής στο περίφημο Das Kapital που μετά την εγκαθίδρυση της ρωσικής επανάστασης των μπολσεβίκων απέκτησε διαφορετική δυναμική ξεπερνώντας τη σπουδαιότητα του έργου ενός μεγάλου οικονομολόγου και αγγίζοντας το επίπεδο μίας ριζοσπαστικά πανανθρώπινης (πανκαπιταλιστικά) επαναθέσμισης του κριτηρίου αναγνώρισης ελευθερίας και ισότητας του υποκειμένου, που με την σχετικοποίηση της ιδιοκτησίας καθώς προχώρησε ραγδαία η εκβιομηχάνιση και η αλματώδης αύξηση των βιομηχανικών επενδύσεων και της βιομηχανικής παραγωγής με τη συνακόλουθη αστική πληθυσμιακή συσσώρευση, τη θέση της αντικατέστησε η αφηρημένη εργασία ως ξεχωριστή μορφική κατηγορία. Η ειδική, η συγκεκριμένη εργασία, μέσω της δεύτερης φάσης της βιομηχανικής επανάστασης (1870- ; ) χάνει τον χρηστικό της χαρακτήρα και εντάσσεται στην έννοια της εργασίας εν γένει, της εργασίας χωρίς προσδιορισμό, της αφηρημένης εργασίας, η οποία αυτή και μόνη έχει ανταλλακτική αξία. Μπορεί να έχει αποβάλλει τα χαρακτηριστικά της εργασίας σε κάτι συγκεκριμένο αλλά παραμένει εργασία για κάτι συγκεκριμένο, αφηρημένα αλλά και αρκούντως πραγματικά, για την υλική βάση παραγωγής και αναπαραγωγής της κοινωνίας. Είναι αφαίρεση από τις επιμέρους μορφές του πραγματικού αλλά είναι πραγματική εφόσον συγκροτεί το πραγματικό, είναι πραγματική αφαίρεση (Realabstraktion) λέει ο Χαραλαμπής παραπέμποντας στον Jurgen Habermas.

Η τελευταία και απόλυτη ίσως αναγωγή του ανθρώπου σε ελεύθερου υποκειμένου επί τη βασει των πνευματικών κεκτημένων της Νεωτερικότητας με συμβατικό χρονικό ορίζοντα την περίοδο του Διαφωτισμού και γενέθλιο χρόνο το έτος 1789 της γαλλικής επανάστασης, ήταν η μετά τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο κατάκτηση του καθολικού δικαιώματος ψηφοφορίας και η συμμετοχή λίγο αργότερα και των γυναικών στην λεγόμενη «χειραφέτηση χωρίς επιστροφή» όπως την ονομάζει ο συγγραφέας.[3]



[1] Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει το χωρίο 28 κατά την αρίθμηση της ελληνικής έκδοσης στην Second Treatise of Government, εκδ.Γνώση, όπου αναφέρεται συγκεκριμένα: “βλέπουμε άλλωστε στην περίπτωση των κοινών γαιών που παραμένουν τέτοιες με κοινή συμφωνία, ότι ακριβώς η κατάληψή κάποιου τμήματός τους και η απομάκρυνή του από την φυσική του κατάσταση συνιστά την απαρχή της ιδιοκτησίας, χωρίς την οποία ό,τι είναι κοινό είναι και άχρηστο. Η ιδιοποίηση αυτού ή εκείνου του τμήματος των κοινών γαιών δεν εξαρτάται από τη ρητή συναίνεση όλωντων μελών της κοινότητας. Έτσι, το χορτάρι που έφαγε το άλογό μου, η χλόη που έκοψε ο υπηρέτης μου και το κοίτασμα μετάλλου που έχω ανασκάψει σε οποιοδήποτε μέρος πάνω στο οποίο διαθέτω δικαιώματα από κοινού με άλλους, μεταβάλλονται σε ιδιοκτησία μου χωρίς τη συναίνεση ή την εκχώρηση οποιοδήποτε. Ο δικός μου μόχθος, που τα έβγαλε από την κατάσταση του κοινού κτήματος, έχει στεριώσει την ιδιοκτησία μου σ’αυτά. ”. Στην αμέσως προηγούμενη, (27), έχει ήδη θέσει δύο περιοριστικά κριτήρια: την αποφυγή φθοράς από αχρησία και την ύπαρξη επάρκειας αγαθών από όλους. Αυτά φυσικά επιδέχονται πολλών μεθερμηνειών. Για παραδειγμα, το (50), -κατά την ελληνική έκδοση- θεωρείται από τον Macpherson στο The Political Theory of Possessive Individualism, κρίσιμο χωρίο για την υποστήριξη της θέσης ότι στο σημείο αυτό ο Locke χρησιμοποιεί τη θεωρία της ιδιοκτησίας για να δικαιολογήσει την απεριόριστη κεφαλαιοκρατική συσσώρευση. Γενικότερα, οι παράγραφοι 95-122 περιγράφουν τη Λοκιανή σύλληψη του κοινωνικού συμβολαίου (compact) όπου θεμελιώνει τη θεωρία του περί πολιτικής νομιμότητας στη βάση της ελεύθερης συγκατάθεσης κάθε συμβαλλομένου, την αρχή της πλειοψηφίας και τις αμοιβαίες υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν τα μέλη της κοινότητας που συγκροτεί το συμβόλαιο. Η ιδιοκτησία είναι ο ειδοποιός θεσμός του συστήματος του Λοκ λέει ο Χαραλαμπής αλλά και το θεμέλιο της υπόστασης του Ρουσσωικού υποκειμένου.
[2] Διαδικασία που το 1949 θα οδηγήσει στην Οικουμενική Διακήρυξη Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και σήμερα σε ένα μεγάλο δημόσιο διάλογο για την εγκαθίδρυση κριτηρίων οικουμενικότητας ως αναλλοίωτες προυποθετικές αξίες μέσα από τις οποίες θα διασφαλίζεται ότι ο άνθρωπος παραμένει άνθρωπος ανεξαρτήτως γένους, χρώματος, θρησκείας, καταγωγής, ικανότητα συμμετοχής στην παγκόσμια διαδικασία της απελευθέρωσης των μετακινήσεων κεφαλαίου (αναλύεται παρακάτω) ή τόπο διαμονής. Για περισσότερα ως προς την αδυναμία θεμελίωσης μίας οικουμενικής αξίας για τα ανθρώπινα δικαιώματα και την απόσυρση της δυτικής διανόησης στη δεύτερη γραμμή άμυνας εναντίον της καταπίεσης από ολοκληρωτικά καθεστώτα και πατριαρχικές δομές, με την υποστήριξη μίας μίνιμουμ πλατφόρμας δικαιωμάτων για όλο το μη-δυτικό κόσμο στη βάση της κοινής συμφωνίας του τί είναι πόνος και απόλυτος αποκλεισμός βλ. Μαικλ Ιγνάτιεφ, Τα Ανθρώπινα Δικαιώματα ως Πολιτική και ως Ειδωλολατρεία, εκδ. Καστανιώτη, έργο που προσπαθεί να απαντήσει στον τριπλό αντίλογο του ιστορισμού και του πολιτισμικού σχετικισμού όπως αρθρώνεται σε α)στο εσωτερικό της δύσης από συγκεκριμένη κατηγορία διανοουμένων, τους λεγόμενους κοινοτιστές, β) στην Άπω Ανατολή, με το λεγόμενη «θέση του Λι» επειχείρημα που αποδίδεται στον πρώην πρωθυπουργό της Σιγκαπούρης Λι Κουάν Γιού και γ) στον Ισλαμικό κόσμο, με την τριπλή διάσπαση των αντιδυτικών αποχρώσεων σε αραβικό εθνικισμό (Συρία, Αλγερία, Αίγυπτος), θεοκρατικό ολοκληρωτισμό (Ιράν,) και ένοπλο ισλαμικό φονταμεταλισμό (Αλ Καήντα). Επίσης βλ. Αμάρτυα Σεν, Η Αναπτυξη ως Ελευθερία, εκδ. Καστανιώτη, όπου το ζήτημα της οικουμενικής θεμελίωσης των δικαιωμάτων εμμέσως παρακάμπτεται επιτυχημένα για τις ανάγκες του ρεύματος του εξισωτικού φιλελευθερισμού εκπρόσωπος του οποίου είναι ο Σεν, θεμελιωμένες πάνω στο magnum opus του Βρεταννού πολιτικού στοχαστή John Rawls, Θεωρία της Δικαιοσύνης (Τheory of Justice ), στα ελληνικά από εκδ. Πόλις, προσπάθειες που με επαρκή επιχειρήματα μεταφέρουν το κέντρο βάρους της πολιτικοοικονομικής θεωρίας από τον κλασσικό ωφελιμισμό στον κοινωνικό καπιταλισμό με ίσες ευκαιρίες πρόσβασης στην διανομή του οικονομικού προιόντος. Η τελική προσπάθεια του Χαραλαμπή είναι να μεταφέρει στο επίκεντρο των συζητήσεων για τα δικαιώματα, μία σύγχρονη μορφή κοινωνικού αποκλεισμού που προκαλείται από την παλινόρθωση ενός ιδιότυπου τιμοκρατικού πολιτεύματος ανάλογου με αυτού πριν το β’παγκόσμιο πόλεμο εξαιτίας της αδυναμίας του έθνους –κράτους αλλά και των υπερκείμενων δομών (ΠΟΕ,ΔΝΤ) να θεσπίσει πλαίσιο δράσης για τους απάτριδες μετακινούμενους κεφαλαιοκράτες που σαρώνουν την υφήλιο, απειλώντας κάθε συμβολαιικής μορφής κοινωνικά αποδεκτό μόρφωμα και ανάγοντας το καθολικό δικαίωμα στην ψηφοφορία σε κενό γράμμα αφού δεν είναι η volonte generale που νοηματοδοτεί την φιλελεύθερη αρχή αλλά οι ξένες άμεσες επενδύσεις και οι προσοδοφόρεςε συνδεδεμένες κεφαλαιαγορές από τις οποίες πλέον αντλεί την δημοκρατική εντολή η κυβέρνηση του έθνους κράτους.
[3]για τις λεγόμενες «αντιδιαφωτιστικές αντιδράσεις» του ναζισμού, σταλινισμού, και εξάρσεις εθνικισμών με την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, και την αμηχανία του έθνους κράτους να παρακολουθήσει την υποχώρηση των δημοκρατικών κεκτημένων που επιτρέπουν την διολίσθηση της έννοιας του ανθρώπου ως πραγματικής αφαίρεσης δεν θα επεκταθούμε περαιτέρω καθώς το θέμα που πραγματεύεται ο συγγραφέας εκτείνεται σε έκταση κατά πολύ μεγαλύτερη από οποιαδήποτε επιτυχημένη προσπάθεια συνόλισής του

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου