Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2009

"Τhe Occupation of Unjustice"

Mε αφορμή το συνεχιζόμενο έγκλημα που διαπράττεται εις βάρος του Παλαιστινιακού λαού αλλά και –κυρίως- τον πολιτικό λαϊκισμό εκ μέρους της Αριστεράς που απερίσκεπτα φαίνεται να συνδέει την Ισραηλινή Κατοχή με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής –σχέση που ούτε αιτιώδης είναι κι ούτε θα μπορούσε ποτέ να γίνει- σκέφτηκα να αναδείξω ένα ζήτημα το οποίο καταδεικνύει ότι ο δυτικός νομικός και πολιτικός φιλελευθερισμός –με τον οποίο διατηρώ σχέση πλείστων επιφυλάξεων- στον βαθμό που είναι εμπεδωμένος στον εκάστοτε εντόπιο πολιτικό βίο, πιθανόν να επιφυλάσσει ικανές νομικοπολιτικές εγγυήσεις για μία καταπιεζόμενη ή διωκόμενη «μειονότητα» -που ουσιαστικά βρίσκεται υπό καθεστώς στρατιωτικής κατοχής για παραπάνω από μισό αιώνα, ακόμα και μέσα σε ένα σκληροπυρηνικό δεξιοεθνικιστικό καθεστώς όπως αυτό της κυβέρνησης Νετανιάχου στο Ισραήλ. Στον αντίποδα αυτού, οι νομικοπολιτικές εγγυήσεις αναφορικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα, που οραματίζονται οι αριστεροί θιασώτες της κρατικής παρέμβασης ή και ελέγχου στα μέσα παραγωγής, καταρρέουν αναπόφευκτα κάτω από το βάρος του στιβαρού και υδροκέφαλου συγκεντρωτικού κυβερνητισμού των αντιπροσώπων των εργατικών συμβουλίων, στο μεταβατικό στάδιο της δικτατορίας του προλεταριάτου.

Χωρίς να θέλω να υπεισέλθω σε βαθύτερα θεωρητικά ζητήματα που πιθανώς να είναι και ανεπίκαιρα πλέον –πράγμα το οποίο άλλωστε μονάχα θα αποπροσανατόλιζε από το θέμα που επιθυμώ να θίξω στο ποστ μου- δεν θα παραλείψω να υπογραμμίσω το γεγονός ότι η ελληνική αριστερά μαζί με την άκρα εθνικιστική δεξιά αναδύονται στην Ελλάδα εκόντες άκοντες ως οι δύο όψεις του νομίσματος του αντισημιτισμού, σπεύδω δε αμέσως να παραθέσω μερικές πληροφορίες αναφορικά προς τα νομικά πεπραγμένα του Supreme Court του Ισραήλ, με αφορμή και τα τελευταία γεγονότα στην ανατολική Ιερουσαλήμ κατά τα οποία Παλαιστίνιοι κάτοικοι εκδιώχθηκαν βιαίως από τις νόμιμες περιουσίες τους, τα σπίτια τους τα ίδια, όπου αμέσως εγκαταστάθηκαν εβραίοι έποικοι -γεγονότα στα οποία το Δικαστήριο δεν αναμένεται να μην επιβεβαιώσει τον αντιφατικό του ρόλο ως restraining power αλλά και νομιμοποιητή των ΙDF. Αυτό θα καταστεί εφικτό παρουσιάζοντας μία ελάχιστη σύνοψη του βιβλίου του David Kretzmer, the Occupation of Justice: The Supreme Court of Israel and the Occupied Territories, (State University of New York Press 2002) βιβλίο το οποίο αν δεν κάνω λάθος ακόμα δεν έχει κυκλοφορήσει σε ελληνική μετάφραση, και ίσως καθόλου τυχαία, αν αναλογιστεί κανείς πόσο πραγματικά απασχολεί το νομικό περιεχόμενο της λέξης Εβραίος και Παλαιστίνος τον νεοέλληνα, αναξαρτήτως πολιτικού προασανατολισμού.

1

Για να το σχολιάσουμε θα ξεκινήσουμε κάπως ανορθόδοξα. Με τον προβληματισμό που ο ίδιος προτρέπει τον αναγνώστη του να κάνει στην τελευταία παράγραφο των Συμπερασμάτων του. «Αν η διαδικασία της αποαποικιοποίησης ξεκίνησε όταν οι δυτικές πολιτικές ελίτ άρχισαν να αντιλαμβάνονται το χάσμα μεταξύ των διακηρυκτικών τους αρχών ως προς τον τρόπο διακυβέρνησης μιας δημοκρατικά ευνομούμενης πολιτείας και της ανελεύθερης και σε πολλές περιπτώσεις νοσηρής κατάστασης στην οποία βρίσκονταν στην πραγματικότητα οι αποικίες, τότε μήπως αξίζει να αναρωτηθούμε μήπως η έλλειψη αυτοπεριορισμού ή και ετεροπεριορισμού των αυθαιρεσιών και παραλείψεων της στρατιωτικής διοίκησης από την απουσία δικαστικού ελέγχου στην περίπτωση που το Ανώτατο Δικαστήριο δήλωνε αναρμόδιο να επιληφθεί της εξέτασης των προσφυγών που του γίνονται για υποθέσεις που λαμβάνουν χώρα στα Κατεχόμενα, θα οδηγούσε συντομότερα και όχι τόσο αργα όσο το 1987, εποχή της πρώτης Ιντιφάντα, στην ζύμωση της κοινής γνώμης αλλά και της ελίτ για έναν ειρηνικό διακανονισμό και μία τελική λύση».

Πρόκειται φυσικά για έναν καταστροφολογικό και εσχατολογικής φύσεως προβληματισμό όμοιο με ένα ρεύμα προβληματισμού στα πλαίσια της κομμουνιστικής επανάστασης ή της θρησκευτικής εσχατολογίας. Εντούτοις παραμένει εξαιρετικά ενδιαφέρων, καθώς αποτολμά να αναμιγνύει στοιχεία υστεροβουλίας σε μία κατά τα άλλα καινοφανή θεσμική διαδικασία που είναι ο δικαστικός έλεγχος από εσωτερικό πολιτικό δικαστήριο μίας χώρας πάνω σε πράξεις της στρατιωτικής διοίκησης της σε μία κατεχόμενη περιοχή, κινούμενος έτσι στις αχαρτογράφητες -εντούτοις ορατές με γυμνό μάτι- παρυφές της πολιτικής συνομωσιολογίας.

Επί του θέματος όμως, στο βιβλίο εξετάζονται: το ζήτημα της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου και τα θεωρητικά σχήματα στα οποία εδράζεται η αρμοδιότητά του για τις προσφυγές επί των οποίων τελικά καταλήγει να αποφαίνεται. Θα μιλήσουμε για το νομικό σχήμα της justiciability και πώς δι’ αυτής το δικαστήριο επαληθεύει τον βαθιά πολιτικό του ρόλο συμπλέοντας με το περιεχόμενο των κυβερνητικών πράξεων (acts of state doctrine). Tο ζήτημα της ισχύος του διεθνούς συμβατικού και εθιμικού δικαίου στο εσωτερικό του Ισραήλ και πώς αυτό συνδέεται με τη μη καθ’ολοκληρίαν εφαρμογή των συνθηκών Γενεύης /Χάγης ταυτόχρονα δηλαδή με το ζήτημα του ισχύοντος δικαίου της στρατιωτικής κατοχής και του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, κυρίως όμως με το αν υπάρχει όντως στρατιωτική κατοχή.

Η προβληματική αυτή συνδέεται με τον ισχυρισμό ότι το 1967 η Ιουδαία-Σαμάρεια δεν ήταν διεθνώς αναγνωρισμένη ως ιορδανικό έδαφος και κατά συνέπεια δεν αποτελεί προσαρτημένο-κατεχόμενο έδαφος αλλά απελευθερωμένο έδαφος. Σε επόμενο ποστ αν υπάρχει χρόνος, θα αναφερθώ σε συγκεκριμένες υποθέσεις, ευελπιστώντας να καλύψω τουλάχιστον ακροθιγώς ζητήματα όπως, οι οικισμοί των εποίκων στα Κατεχόμενα, τα σχετιζόμενα με την οικογένεια και τον επαναπατρισμό Παλαιστινίων θέματα, ζητήματα ασφάλειας του Ισραήλ και ζητήματα σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα, τις κατεδαφίσεις κατοικιών, και τέλος, τις απελάσεις.

The Supreme Court as a High Court of Justice

Με το «νόμο περί δικαστηρίων» του 1957, το ισραηλινό κράτος διατήρησε ή και επεξέτεινε ως προς τις αρμοδιότητες του Ανωτάτου Δικαστηρίου το κανονιστικό περιεχόμενο των αντίστοιχων διατάξεων που ίσχυαν από εποχής του βρετανικού mandate στην Παλαιστίνη. Με αυτόν τον τρόπο, το Ισραηλινό Ανώτατο Δικαστήριο κυμάνθηκε έκτοτε αναφορικά προς την έκταση των αρμοδιοτήτων του σε ένα δυικό επίπεδο λειτουργίας : Ως δικαστήριο που τελεσιδικεί σε πρωτόδικες αποφάσεις αλλά κυρίως ως Ανώτατο Δικαστήριο Δικαιοσύνης κατά το πρότυπο του αντίστοιχου βρετανικού και συνεχίζοντας την παράδοση της ισχύουσας πρακτικής κατά την περίοδο της βρετανικής εντολής, όταν το Δικαστήριο ασκούσε προνομιακό έλεγχο (prerogative writ) σε αποφάσεις κυβερνητικών υπηρεσιών.

Η πολιτική σημασία του Δικαστηρίου

To Ανώτατο Δικαστήριο του Ισραήλ απολαμβάνει διεθνούς κύρους καθώς αποτελεί μοναδική περίπτωση εσωτερικού δικαστηρίου μίας χώρας που επιλαμβάνεται θεμάτων τα οποία σχετίζονται με αποφάσεις της στρατιωτικής διοίκησης της χώρας πάνω σε κατεχόμενες από αυτήν περιοχές. Με την πρακτική του αυτή ενισχύει την αντίληψη περί κράτους δικαίου και κυριαρχίας του νόμου (rule of law). Με δεδομένο ότι κατά τεκμήριο η πολιτική απόχρωση του δικαστηρίου σε βασικές κυβερνητικές θέσεις και θεμελιώδη ζητήματα εθνικής πολιτικής, είναι εμφανώς φιλοισραηλινή, η καταλυτική του παρέμβαση σε συγκεκριμένες υποθέσεις χαράζει νέες συντεταγμένες στην θεσμική πραγματικότητα του ισραηλινού κράτους τόσο ως προς την εμπέδωση του εσωτερικού όσο και του διεθνούς δικαίου. Τοποθετεί τον έλεγχο των αποφάσεων της στρατιωτικής διοίκησης σε επίπεδο που συναρτάται ευθέως προς τις διατάξεις του διοικητικού δικαίου, δημιουργεί πρωτοπόρα νομολογία σε ζητήματα που άπτονται της διεμβολής του διεθνούς δικαίου σε ακανθώδη ζητήματα εσωτερικής πολιτικής και αναδεικνύει ευαίσθητες πτυχές του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου αναγνωρίζοντας τες ως εθιμικό δίκαιο άμεσα αφομοιώσιμο και εφαρμοστέο.

Η κοινωνική φύση (=φύομαι) του Δικαστηρίου

Από τη νομολογία του Supreme Court του Ισραήλ, γίνεται πρόδηλο ότι δύο είναι τα αποτελέσματα που επιφέρει στο πολιτικό σύστημα του Ισραήλ:

· Το να περιορίζει (to restrain)
· To να νομιμοποιεί (to legitimize)

Εν τούτοις, πολύ λίγο μπορούμε να πούμε ότι με τις δικαστικές του αποφάσεις αναδεικνύεται σε μονοπωλειακό φορέα της μίας ή της άλλης λειτουργίας. Η πρακτική του μέσα από δεκαετίες έχει αναδείξει την παραδοξότητα μίας αντιφατικής κοινωνικής θέσμισης. Οι πιθανότητες να κερδηθεί μία υπόθεση από έναν Παλαιστίνιο κάτοικο των κατεχομένων αυξάνονται εντυπωσιακά σε περίπτωση εξωδικαστικού συμβιβασμού. Παρά τον πολιτικό του χρωματισμό, το Δικαστήριο επενεργεί με σκιώδη τρόπο επί του Ισραηλινού πολιτικού συστήματος, διαμορφώνοντας ένα περιβάλλον δυνητικού ενδοκρατικού πολιτικού ολοκαυτώματος στην περίπτωση αμφισβήτησής του, πολλώ δε μάλλον όταν το ίδιο αμφισβητήσει μία απόφαση της στρατιωτικής διοίκησης, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να συνηθίζεται να αποφεύγεται η προσφυγή σε αυτό όταν προσφέρεται ως δόκιμη λύση ένας εξωδικαστικός συμμβιβασμός

Για να αντιληφθεί κανείς τη θεσμική λειτουργία του Δικαστηρίου αλλά και τον πολιτικό του χρωματισμό, θα πρέπει να λάβει υπόψιν δύο παράγοντες:

Το πολιτικό background της αραβοισραηλινής σύγκρουσης και τις ιστορικές συνθήκες που εξώθησαν το Ισραήλ στην κατάληψη της Δυτικής όχθης και Λωρίδας της Γάζας στον πόλεμο του 1967 και την συνάρτησή τους προς τις αμυντικές πρόνοιες του Ισραήλ για την επιβίωσή του σε ένα περιβάλλον εχθρικής προς αυτό περικύκλωσης
Την οντολογία της σχέσης του Ανωτάτου Δικαστηρίου με τις αντιλήψεις αλλά και τον ίδιο τον οργανισμό της Ισραηλινής κοινωνίας, το κύρος που του αποδίδεται, αλλά και τα κατά νόμον συμφέροντα της που αυτό καλείται να διασφαλίσει. Ενίοτε όχι κατά νόμον αλλά και κατά φαντασιακόν.

Η Δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (Jurisdiction and Justiciability)

Το ερώτημα που αναδεικνύεται όταν εξετάζουμε τις αρμοδιότητες του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Ισραήλ είναι το κατά πόσο είναι αρμόδιο να εκδικάζει υποθέσεις αναφορικά με πράξεις τις στρατιωτικής διοίκησης οι οποίες διενεργούνται έξω από την επικράτεια του Ισραηλινού κράτους όπου το δικαστήριο δεν μπορεί να έχει δικαιοδοσία. Εντούτοις, ο γενικός εισαγγελέας Shamgar προσπάθησε να τροχιοδρομήσει την έναρξης μίας τέτοιας συμμετοχής του Δικαστηρίου στον έλεγχο των πεπραγμένων της στρατιωτικής διοίκησης στα Κατεχόμενα υποστηρίζοντας ότι είναι δέον να υπάρχει κάποιου είδους εξωτερικός έλεγχος προκειμένου να διασφαλιστεί η κυριαρχία του νόμου και να αποφευχθούν καταχρηστικά φαινόμενα άσκησης εξουσίας από τους στρατιωτικούς. Το πραγματικό επιχείρημα όμως πίσω από αυτήν τη προσέγγιση ήταν ότι με τον τρόπο αυτό θα ξεκινούσε μία διαδικασία δια της οποίας και συν το χρόνω οι Παλαιστίνιοι θα αναγνώριζαν με έμμεσο τρόπο αλλά με καταλυτικό αποτέλεσμα το κράτος του Ισραήλ. Έτσι λοιπόν, στις πρώτες ιστορικές του αποφάσεις όπου το Ανώτατο Δικαστήριο του Ισραήλ καλείτο να γνωμοδοτήσει σαν High Court of Justice, υποθέσεις όπως οι Cristian Society case και Electricity Corporation case δεν προκάλεσαν μία ρητή λεκτική διατύπωση της παραδεδεγμένης διακαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Αργότερα όμως, με την Rafiah Approach case και ως αποτέλεσμα ζυμώσεων που προκλήθηκαν αφενός από την εμφανή απροθυμία εκ μέρως των αρχών να θεωρήσουν δεδομένη τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου στις δύο προηγούμενες υποθέσεις και αφετέρου από την έλλειψη διάθεσης να την αμφισβητήσουν, το Δικαστήριο δια στόματος του Δικαστή Landau διακήρυξε ότι με βάση το σχετικό νόμο του 1957 το δικαστήριο θα θεωρεί εφεξής τα μέλη της στρατιωτικής διοίκησης ως ανήκοντα στη σφαίρα της εκτελεστικής εξουσίας του Κράτους και ως εκ τούτου θα αναγνωρίζονται ως δημόσιοι λειτουργοί (public servants) που υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον εκτελώντας ένα δημόσιον καθήκον υπό το κράτος του νόμου (public duty under law). Η ενδιαφέρουσα αυτή τοποθέτηση του Δικαστηρίου είχε ήδη πρωτοδιατυπωθεί από τον δικαστή Shamgar στην υπόθεση Al-Taliya. Η άποψη αυτή δεν είναι πλήρως αποδεκτή από το σύνολο του πολιτικού-νομικού κατεστημένου του Ισραήλ και τοιουτοτρόπως οδήγησε στην ανάδειξη μίας γκρίζας περιοχής αρμοδιοτήτων όπου το δικαστήριο αναγνωρίζει στον εαυτό του τη δικαιοδοσία του αλλά δεν θεωρεί σκόπιμο να την ασκήσει. Έτσι λοιπόν αναδεικνύεται η αποφατική λειτουργία της Justiciability, μίας νομικής αρχής του αγγλοσαξωνικού νομικού πολιτισμού στη βάση της οποίας βρίσκεται ένα εσωτερικό κριτήριο αυτοπεριορισμού του δικαστηρίου, σε αντίθεση με τα εξωτερικά κριτήρια περιορισμού που συνθέτουν την έκταση της κλασσικής δικαιοδοσίας (Jurisdiction).

The Acts of State doctrine and the Political Question doctrine

Οι κυβερνητικές πράξεις, ως προνομίες της εκτελεστικής εξουσίας δεν υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο. Ως εκ τούτου, αν η πολιτική της στρατιωτικής διοίκησης τόσο στη λωρίδα της Γάζας όσο και στη Δυτική Όχθη εκλαμβανόταν ως τέτοια, ήτοι ως αποφάσεις που προσομοιάζουν στο να είναι θεσμικά ισότιμες με τις κυβερνητικές προνομίες που εμπεριέχονται στο act of state doctrine τότε η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου δεν θα υφίστατο. Ετσι, παρόλο που από επίσημα νομικά χείλη το επιχείρημα για την απόρριψη των προσφυγών των κατοίκων των περιοχών αυτών δεν ήταν ποτέ το δόγμα των κυβερνητικών πράξεων, το τελευταίο διατηρεί εντούτοις μία άτυπη επιρροή πάνω στο σκεπτικό των δικαστών σχετικά με πολλές υποθέσεις που αρνήθηκαν να θέσουν υπό την κρίση του Δικαστηρίου.

Ένα άλλο περιοριστικό κριτήριο για την άσκηση αρμοδιότητας από το Δικαστήριο είναι το κατά πόσο η προσφυγή που έχει μπροστά του να εξετάσει, ειδικά σε περιπτώσεις που σχετίζονται με εγκαταστάσεις οικισμών Ισραηλινών εποίκων στα Κατεχόμενα, διαθέτει έναν πολιτικό χαρακτήρα ως προς τη γενεσιουργό αιτία της διαμάχης, οπότε και το δικαστήριο επιλέγει να αποστασιοποιείται προκειμένου να αποφύγει να αμφισβητήσει αποφάσεις της διοίκησης (political question doctrine).

Στις περιπτώσεις αυτές το Δικαστήριο έχει στο παρελθόν επιλέξει να κάνει μία δομική διάκριση μεταξύ της παραβίασης των δικαιωμάτων του ατόμου στην ιδιοκτησία από τη μία, και της παραβίασης του άρθρου 49 παράγραφος 6 της Συνθήκης της Γενεύης από την άλλη, όπου σύμφωνα με το δίκαιο της στρατιωτικής κατοχής (belligerent occupation) απαγορεύεται η εγκατάσταση οικισμού εποίκων σε κατεχόμενο έδαφος (υπόθεση Beth El). Oμοίως, στην υπόθεση Εlon Moreh το Δικαστήριο αρνήθηκε να υιοθετήσει την εισήγηση της στρατιωτικής διοίκησης ως προς την άσκηση του εσωτερικού κριτηρίου αυτοπεριορισμού του δικαστηρίου για το ευαίσθητο θέμα των settlements και τελικά δέχτηκε να εξετάσει την προσφυγή καθαρά επι τη βασει της παραβίασης του δικαιώματος στην ιδιοκτησία αφού το κομμάτι γης που επιτάχθηκε από τις στρατιωτικές αρχές για την εγκατάσταση του οικισμού, ανήκε σε ιδιώτη Παλαιστίνιο. Έτσι λοιπόν, το Δικαστήριο αναδεικνύεται σε θεματοφύλακα των ατομικών Δικαιωμάτων, ενισχύοντας το rule of Law και διατηρώντας ταυτόχρονα μία ισορροπία απέναντι στο σύστημα που το νομιμοποιεί ως όργανο απονομής δικαιοσύνης, που δεν είναι άλλο από τον ίδιο τον εβραικό λαό. Στην υπόθεση της προσφυγής του κινήματος Peace Now για την απομάκρυνση των οικισμών των οποίων η ύπαρξη δεν δικαιολογείτο από λόγους ασφάλειας το Δικαστήριο δήλωσε απερίφραστα την αναρμοδιότητα να κρίνει μία τέτοια υπόθεση της οποίας ο πολιτικός χαρακτήρας ήταν παραπάνω από εμφανής. Είναι αξιοσημείωτο πάντως ότι αν και το Δικαστήριο αναγνώρισε και τη νομική φύση του ζητήματος, αρνήθηκε να εκδικάσει την προσφυγή, στη βάση ενός εσωτερικού κριτηρίου αυτοπεριορισμού της αρμοδιότητάς του ευθέως συναρτόμενου προς την ενδεχόμενη απώλεια της εμπιστοσύνης που απολαμβάνει από το λαό του κράτους του Ισραήλ.

H Στρατιωτική Διοίκηση και το Διεθνές Δίκαιο

Το Ανώτατο Δικαστήριο του Ισραήλ, ακολουθεί την παράδοση της διάκρισης ανάμεσα στο διεθνές εθιμικό δίκαιο και το συμβατικό διεθνές δίκαιο. Με δεδομένο ότι η ανώτατη εξουσία στις κατεχόμενες περιοχές είναι ο στρατιωτικός διοικητής, και ότι προκειμένου να ισχύει το συμβατικό διεθνές δίκαιο στα κατεχόμενες περιοχές θα έπρεπε να κυρωθεί με νόμο, η Τέταρτη Συνθήκη της Γενεύης ενσωματώθηκε στο σύνολο της στρατιωτικής νομοθεσίας προκειμένου να ισχύει έχοντας παρει τη μορφή εσωτερικού νόμου του κράτους. Η εξουσία του στρατιωτικού διοικητή πηγάζει τόσο από το administrative law σαν υπάλληλος του κράτους όσο και από το διεθνές δίκαιο σαν occupatio bellica, δηλαδή σαν στρατιωτικός διοικητής κατεχομένων εδαφών. Αμέσως όμως μετά τον πόλεμο του 1967, άρχισε να αναδύεται μέσα στους κύκλους της Ισραηλινής πολιτικής ελίτ μία καινοφανής προσέγγιση ως προς το νομικό χαρακτήρα των νέων εδαφών. Η αντίληψη για «απελευθερωμένα» εδάφη, με δεδομένο ότι η Ιουδαία και Σαμάρεια θεωρήθηκαν ότι δεν ανήκαν σε κάποιο κυρίαρχο κράτος (sovereign state) αφού η προσάρτησή τους από την Ιορδανία το 1950 δεν είχε λάβει διεθνή αναγνώριση, αποτέλεσε τη βάση μίας νομικής κατασκευής που δικαιολογούσε την απαλοιφή των σχετικών με τη Συνθήκη της Γενεύης διατάξεων από τη στρατιωτική νομοθεσία. Διατυπώθηκε επίσης η άποψη ότι αν και δεν πρέπει να ισχύει στα κατεχόμενα το διεθνές συμβατικό δίκαιο της στρατιωτικής κατοχής, το κομμάτι εκείνο που αναφέρεται σε ανθρωπιστικές πρόνοιες της Συνθήκης, θα τηρείται ως έχει. Παραμένει αξιοσημείωτο ότι αν και η ρητορική για απελευθερωμένα και όχι κατεχόμενα εδάφη, η οποία όπως είπαμε εδράζεται στην γραμματική ερμηνεία του άρθρου 2 της Συνθήκης της Γενεύης περί μη ύπαρξης ενός Υψηλά Συμβαλλόμενου Μέρους (High Contracting Party) από το οποίο να έχουν αποσπαστεί τα εδάφη με πολεμικά μέσα[1], είναι διαδεδομένη και προσφιλής στους Ισραηλινούς εκπροσώπους στα διεθνή fora, ποτέ δεν διατυπώθηκε από το Ισραηλινό κατεστημένο αμφισβήτηση της αναγκαιότητας εφαρμογής της Συνθήκης της Χάγης .


[1] (και όχι μόνο με πολεμικά, είναι η ερμηνεία του πνεύματος της συγκεκριμένης διάταξης, αφού συμπερίληφθηκε για να καλύψει το ιστορικό παράδειγμα της προσάρτησης της Δανίας από τη ναζιστική Γερμανία χωρίς αντίσταση)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου