Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012

σημείωση στο Χρεοκοπισμό: ο βάνδαλος



Η συστηματοποιήσεις τις οποίες πάντα με αφέλεια επιχειρώ να διατυπώσω και για τις οποίες μπορεί να με κατηγορήσει κανείς ως κολλημένο ή και απαίδευτο μυαλό σύμφωνα με τα τρέχοντα αποδομιστικά στάνταρ των ολιστικών ρεβεντικασιόν και των αποκαθηλωμένων ιδεολογιών εν γένει, είναι κάτι που κάνω σαν άσκηση καθαρά προσωπική για να αποφύγω τον κατακερματισμό της σκέψης. Που ούτως ή άλλως είναι ολίγον αναπόφευκτος όταν αρνείσαι να ενταχτείς διαχρονικά σε κάποιο περιεκτικό δόγμα ή όταν υφίστασαι επίσης διαχρονικά καταιγισμό υπερπληροφόρησης. Την οποία σαν γνήσιο Διαφωτιστικό υποκείμενο να πούμε ματαιοδοξείς ότι θα την συνολίσεις και θα την ταξινομήσεις, αλλά βαυκαλίζεσαι και απατάσαι πλάνην οικτράν.

Έτσι λοιπόν, σκεφτόμενος πάνω στη βία, τις «προβοκάτσιες» των παρακρατικών και των αντιεξουσιαστών και όλο το συγκείμενο που ξετυλίγεται κάθε φορά που ανοίγει μια τέτοια συζήτηση, θέλω να το πιάσω από την πλευρά του υποκειμένου, εξαιρώντας τη συνωμοσιολογία, δηλαδή την αναγωγή της εκάστοτε πράξης βανδαλισμού σε χρησιμοθηρικές προκείμενες, και να το δω λίγο ψυχολογιοκεντρικά. Νομίζω λοιπόν ότι μιας και η επαναστατική πράξη αφιερώνεται από τη μία πλευρά, στην ολιστική αποθέωση της αξίας της υλικής αναπαραγωγής της κοινωνίας και των ατόμων της, των πρόσφατα ή διαχρονικά αποκλεισμένων από αυτήν, έτσι αναπόφευκτα και με τον ίδιο ανακλαστικό τρόπο (που χρησιμοποιεί για να οικοδομήσει το διάλογο της διεκδίκησης, υλικά από διάφορες πνευματικές και πρακτικές ηθικές αντιλήψεις όπως είναι οι ιδεολογίες και οι καθημερινές βιωματικές αλήθειες) με τον ίδιο τρόπο ο αυτονόητος αντίλογος (στον οποίο μπορεί να συμμετέχουν κάποιοι που διαφωνούν με το πρόταγμα αυτό ή και κάποιοι που συμφωνούν αλλά προσχωρούν στον αντίλογο ως πεδίο άσκησης εκδικητικών συναισθημάτων που αναδύονται από τις συνεχείς υπεκφυγές του συστήματος ως προς την άρση του παρατεινόμενου κοινωνικού αποκλεισμού τους) επιχειρεί μέσα από μία φευγαλέα και πρόχειρη πράξη καταστροφής αυτός ο αντίλογος (ή και μια πράξη συστηματικά οργανωμένη με διακλαδώσεις που μπορεί και να εμπίπτουν τελικά σε κάποιου είδους «προβοκάτσια»), να αρθρώσει αυτό το ρημάδι το αντί του.

Τι λέει όμως αυτός ο αντίλογος; Λέει, κατά τη γνώμη μου, ότι δεν μπορεί να έχεις βιτρίνες τη στιγμή που αν θέλεις μπορείς να έχεις άλλες πολλές, στημένες μέσα σε 24 ώρες, καλύτερες και πιο γυαλιστερές. Δεν μπορείς να έχεις εμπόρευμα που βγαίνει σε άπειρα τεμάχια από γραμμή παραγωγής τη στιγμή που αύριο υπάρχουν οι προϋποθέσεις για να έχεις μερικά εκατομμύρια ακόμη από αυτά τα τεμάχια εμπορεύματος. Δεν μπορεί να έχεις υλική υποδομή (κτίρια, στάσεις, παγκάκια, πλατείες) δημόσια ή ιδιωτική, την οποία εύκολα έχουν υπερκεράσει οι ώριμες παραγωγικές δυνατότητες και αύριο αν θέλεις, έχεις τους πόρους και τα μέσα για να φτιάξεις την ίδια και ακόμη καλύτερη που θα την αντικαταστήσει. Η ευκολία των παραγωγικών δυνατοτήτων στην αντικατάσταση της φασόν παραγόμενης ιδιότητας του εμπορεύματος, που κάτω από μια υπάρχουσα αντικοινωνική σχέση ιδιοκτησίας έρχεται και κάνει την απλή ύλη μορφή περιουσίας, παίζει νομίζω κεντρικό ρόλο στο βανδαλισμό. Αν εξαιρέσουμε τη συνωμοσία δηλαδή, και όπως είπαμε, όλο το συγκείμενο μιας προβοκάτσιας.

Τι ενέχει αυτή η πράξη ως στοιχείο αλλοίωσης της πραγματικότητας που την κάνει πρόταγμα χρήσιμο να ακολουθηθεί, για αυτόν που την κάνει, δηλαδή τον βάνδαλο; Ενέχει μία τίμια ελαφρότητα, δηλαδή ένα εύκολο δέλεαρ (για τους πάσχοντες από achilleus syndrome ήτοι μία νεύρωση παραίτησης-φυγής που χτυπάει τους ταλαντούχους υποτίθεται ανθρώπους) ότι απαλάσσουν τον κόσμο από κάτι που τον καθηλώνει (τα εμπορεύματα και την ύλη σε πιο μέσα επίπεδο) χωρίς να έχει τύψεις για αντικοινωνική δράση (τύψεις που όλα τα περιεκτικά δόγματα φροντίζουν να ερεθίζουν μέσα από τις εκάστοτε έννοιες της παραβατικότητας που εισάγουν ως προς την ορθοδοξία του αρχικού ιδεατού σκοπού τους κ.ο.κ.) αφού είναι αυταπόδεικτο, τουλάχιστον σε μακροοικονομικό επίπεδο και μακροκοινωνικό (εξαιρούνται από τη σκέψη του βάνδαλου οι εξατομικευμένες τύψεις γιατί δρα σαν πολιτικό υποκείμενο με αντικείμενο τη μάζα και την ιστορία ενώ τον «συνάνθρωπο» σαν πρόσωπο ξεκινάει να τον βλέπει πάλι μονάχα αφού βγάλει την κουκούλα και γενικά το όποιο προσωπείο του τυφλού μαζικού υποκειμένου) ότι αυτό που καταστρέφει μπορεί να αντικατασταθεί από μία μεταφορά πόρων από εκεί όπου οι πόροι προορίζονται, όχι για τον ίδιο όπως είπαμε στην αρχή (δηλαδή τον διαχρονικά αποκλεισμένο) αλλά για τα εμπορεύματα και την επενδυτική-καπιταλιστική λειτουργία του κράτους, (του κράτους-πατερούλη αν θέλετε, στον κρατικό ή κρατικοδίαιτο καπιταλισμό, ή του κράτους-νυχτοφύλακα στον μετανεωτερικό καπιταλισμό όπου κι εκεί μεταφέρονται διαχρονικά και με συστηματικό τρόπο, πόροι προς το τραπεζικό σύστημα).

Αυτά σαν προκαταρκτικά. Τώρα πρέπει να πάω στο άλλο. Στον αν είναι αντίλογος αυτή η πράξη ή λόγος αυτόνομος. Γιατί είπα ότι είναι αντίλογος στην επαναστατική διιεκδίκηση από κάποιους που διαφωνούν με αυτήν ή από εκείνους που απογοητευμένοι από τη διαρκή αναβολή της εκπλήρωσής της, πάνε να πούμε με το μέρος των πρώτων. Οι πρώτοι λένε το εξής: Μπιφτέκι θες; Εγώ θα στο πάρω το μπιφτέκι σου. Διότι είναι λάθος να θέλεις μπιφτέκι. Οι δεύτεροι λένε: Αφού δεν μπορώ να έχω εγώ μπιφτέκι, δεν μπορεί να έχει κανένας μπιφτέκι. Και νομίζω ότι αυτοί οι δύο κάπου συναντιούνται στη μέση της διαδρομής.

Φυσικά δεν έχω λάβει υπόψιν μου πολλά εκατομμύρια σελίδες που έχουν γραφτεί πάνω στα κίνητρα και τη νοηματοδότηση της προσωπικότητας του βάνδαλου. Απλά έτυχε να πάρω τις προάλλες από την έκθεση στην Κλαυθμώνος το πολύ εύληπτο και σε απλά κουτσουρομεταφρασμένα ελληνικά δοκίμιο του Έρικ Χόφφερ με τίτλο Ο Φανατικός, και ήθελα κι εγώ με τη σειρά μου να καταθέσω τη συμβολή μου στον επιστημονικό διάλογο του απέραντου ελληνικού καφενείου. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου