Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Politics. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Politics. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2009

Ο Οθωμανικός Φόρος της Δεκάτης: Μήπως είχε δίκιο ο " πολίτης Ουέστον ” ; (μέρος 1ο)


Για να ξεκινήσουμε ας αναρωτηθούμε τί σημαίνει η δεκάτη. Είναι ένας φόρος που αντιστοιχεί στο ένα δέκατο επί του συνόλου της ετήσιας παραγωγής ενός αγαθού, συνήθως αγροτογεωργικού, μία πρακτική εξαιρετικά προσφιλής κατά τους οθωμανικούς χρόνους, όταν μάλιστα η εκμίσθωση του δικαιώματος είσπραξης φόρων από πλευράς κεντρικής κυβέρνησης προς τους τοπικούς άρχοντες ήταν πάγια πρακτική των οθωμανικών αρχών, κατά πολλούς δε μάλιστα, παράμετρος καταλυτική στην επιτάχυνση της αποσύνθεσης του Κράτους. Η φορολογική πολιτική των Οθωμανικών αρχών, σε μία λογική cost-benefit analysis, αντάλλαξε την χαοτική και υψηλού ρίσκου διαδικασία που προϋπέθετε η είσπραξη του φόρου από εντεταλμένους φοροεισπράκτορες της Υψηλής Πύλης μέσα στο αχανές μωσαϊκό της Άγριας Ανατολής, με ένα συγκεκριμένο ποσό άμεσα καταβλητέο από τους μισθωτές, οι οποίοι εφεξής αναλάμβαναν οι ίδιοι το δικαίωμα είσπραξης των φόρων, που τους εκχωρείτο για συγκεκριμένο χρόνο (ενίοτε και ισοβίως) μέσα από την διαδικασία της εκμίσθωσης.


Σαν αποτέλεσμα, η σχετιζόμενη με την μανία για πλουτισμό ιδιοτέλεια και πλεονεξία των μισθωτών, ανέβαζε τα φορολογικά άχθη των υπηκόων της Αυτοκρατορίας με τρόπο τέτοιο που, η κεντρική κυβέρνηση, αποσυντεθειμένη και εξαρτώμενη σε μεγάλο βαθμό από την παραδοσιακή αφοσίωση των ιδιωτικών στρατών μεγάλων οικογενειών, αδυνατούσε να ελέγξει. Είναι ίσως η πρώτη και με τις βαθύτερες ρίζες καταγεγραμμένη «διαπλοκή» στην ιστορία της μείζονος περιοχής του ελληνισμού μετά τους βυζαντινούς χρόνους. Το φαινόμενο αυτό διατηρείται μέχρι τις μέρες μας, με τους «προσωπικούς» διακανονισμούς με εφοριακούς που περιλαμβάνουν ανταλλαγή μαύρου χρήματος κατόπιν εκβιασμού καθώς και με το χρηματιστήριο των θέσεων όπου οι «καλές» καρέκλες στις «καλές» εφορίες έχουν και αλμυρές ταρίφες για όποιον θέλει να χτυπήσει τα καλά μπαξίσια και να πιάσει την καλή. Στην πράξη, λίγα έχουν αλλάξει στην Ελλάδα από τα Οθωμανικά χρόνια μέχρι σήμερα. Και η «δεκάτη των επιχειρήσεων» έρχεται για να μας συνδέσει με το παρελθόν ακόμα μία φορά.

Υπάρχει όμως μία θεμελιώδης διαφορά που προκαλεί ερωτηματικά: Για πρώτη φορά στα χρονικά και με επίκληση της κρισιμότητας της κατάστασης στην οποία ρίξανε το σύστημα, καλείται η αστική τάξη να συνεισφέρει «τον οβολόν» της, επωμιζόμενη έκτακτα φορολογικά άχθη που φτάνουν μέχρι και το δέκα τοις εκατό επί της κερδοφορίας των επιχειρήσεων (δεν έχει ξεκαθαριστεί αν θα είναι επί των ακαθάριστων ή στα κέρδη μετά φόρων και αποσβέσεων.) Αν δεν είναι αυτό περίεργο τότε τί είναι; Αν αυτό δεν προκαλεί στην ανάλυση ερωτηματικά τότε τί προκαλεί; Bρισκόμαστε μήπως μπροστά σε μία βραχύβια προοδευτική «αναδίπλωση» εν μέσω μίας ευρείας νεοφιλελεύθερης κίνησης που λόγω του ιστορικού της βάθους δεν είναι διακριτή; Ή μήπως είμαστε μπροστά σε μία νέα φάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης όπου αναθεωρούνται οι σχέσεις κράτους-κεφαλαίου μέσα σε εξοντωτικά διαλείμματα διάψευσης των ελπίδων του εργατικού κινήματος και συνέργειας του βαθέως κράτους του καπιταλισμού με τον δημόσιο κρατικό μηχανισμό και την ρυθμιστική του παρουσία στο διεθνές οικονομικο σύστημα;

Ας το κάνουμε λιανά. Οι τράπεζες δανείζονται με 1% επιτόκιο από την ευρωπαϊκή κεντρική τράπεζα χρησιμοποιώντας για collateral ομόλογα του ελληνικού δημοσίου που αποδίδουν στη λήξη τους 4,5%. Αυτό είναι το πρώτο στοιχείο που παραμετροποιεί σε εύληπτα και απλά ελληνικά την κατακλείδα της προηγούμενης παραγράφου. Είναι η συνέργεια του βαθέως κράτους του καπιταλισμού με τον δημόσιο κρατικό μηχανισμό και την ρυθμιστική του παρουσία στο διεθνές οικονομικό σύστημα. Είναι η επιβεβαίωση του ρόλου του κράτους ως μεσίτη του Κεφαλαίου. Οι κοινωνικές παρενέργειες του ρολου αυτού είναι γνωστές και δεν νομίζω ότι χρειάζονται να αναλυθούν περισσότερο εδώ. Σχηματοποιούνται στο λαϊκιστικό για πολλούς ερώτημα, καίριο κατ’ άλλους, πού πήγαν τα 28 δισεκατομμύρια κύριε Καραμαλή (του σχεδίου Παπαθανασίου). Και η πιστωτική ασφυξία έκτοτε στην αγορά είναι πλήρως ανακόλουθη προς τον υπερτασικό ρυθμό της ενδοτραπεζικής κυκλοφορίας του χρήματος, φαινόμενο που σχηματοποιείται στην αντίφαση όλα τα λεφτά στις τράπεζες, (σε αντίθεση με το live and let die που εφαρμόστηκε στην Αμερική στην αρχή της κρίσης με την επιλογή να αφεθεί να καταρρεύσει η Lehman) και του τίποτα στην τσέπη του καταναλωτή -τουλάχιστον όχι με λιανική τραπεζική, όπως θα ήταν χρέος του κράτους να υποδείξει και να εξασφαλίσει, και χρέος των τραπεζών να ακολουθήσουν. Στο σημείο αυτό υπεισέρχονται οι αυτόματοι πολλαπλασιαστές για τους οποίους έχουμε ξαναμιλήσει:

"[...] σε αντίθεση με τους «αστάθμητους» πολλαπλασιαστές θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και μία σειρά άλλων, αυτοί που αναφέρονται αμιγώς στην λειτουργία της οικονομίας και ονομάζονται αυτόματοι πολλαπλασιαστές. Αυτοί σχηματικά ορίζονται ως η αλυσιδωτή αντίδραση που θα έχει στα δημοσιονομικά (έλειμμα, χρέος) η πτώση της οικονομικής δραστηριότητας και η συρρίκνωση του ΑΕΠ, με συνακόλουθες επιπτώσεις στα δημόσια έσοδα του Κράτους. Ρυθμοί ανάπτυξης πτωτικοί ή και αρνητικοί, θα έχουν συνέπεια την συρρίκνωση των φορολογικών εσόδων, ενώ η σκλήρυνση/ συντηρητικοποίηση της αγοράς εργασίας με το κύμα απολύσεων για τον «εξορθολογισμό» των εξόδων των επιχειρήσεων θα έχει ως αποτέλεσμα την συρρίκνωση των ασφαλιστικών εισφορών σε μία εποχή που τα ελειμματικά ταμεία καθιστούν πιθανό το ενδεχόμενο μίας στάσης πληρωμών."

Στην περίπτωση που μας ενδιαφέρει εδώ, στο κατά πόσο δηλαδή το κράτος θα μπορούσε να εξασφαλίσει ανεμπόδιστη ροή πιστώσεων προς τις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές, ο προοδευτικά διογκούμενος ιδιωτικός δανεισμός θα είχε σαν αποτέλεσμα την αύξηση των τραπεζικών προβλέψεων για επισφάλειες κυρίως ως προς τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και πιστωτικές κάρτες. Η αύξηση των προβλεπόμενων επισφαλειών θα είχε ως αποτέλεσμα την κάμψη των μεγεθών της εταιρικής κερδοφορίας, η κάμψη των μεγεθών της εταιρικής κερδοφορίας θα είχε ως αποτέλεσμα την απόσυρση του επενδυτικού ενδιαφέροντος από τις μετοχές, η πτώση των τιμών των μετοχών θα είχε ως αποτέλεσμα την αδυναμία διενέργειας αυξήσεων μετοχικού κεφαλαίου, και χωρίς αυξήσεις μετοχικών κεφαλαίων οι τράπεζες δεν θα υπάρχουν την επαύριο της κρίσης.


Μέχρις εδώ, ακούγεται ίσως κάπως αντιφατική, θα έλεγε κανείς η διαπίστωση ότι, το Κράτος-Μεσίτης, ενώ όντως είναι κράτος μεσίτης προς τις τράπεζες, την ίδια στιγμή συμπεριφέρεται στις μεγάλες επιχειρήσεις σαν κράτος- Εισπράκτορας. Θα προσέθετα μάλιστα εγώ, ότι, αν η αντίφαση αυτή ευσταθούσε, τότε θα εξηγείτο εύκολα από το γεγονός ότι το Κράτος-Μεσίτης είναι το συντηρητικό, νεοφιλελεύθερο κράτος του αποτυχημένου «κοινωνικού-κέντρου», ενώ το κράτος Φοροεισπράκτορας των Επιχειρήσεων, είναι το προοδευτικό, σοσιαλιστικό κράτος, της συμμετοχικής και αναδιανεμητικής δημοκρατίας. Αλλά η πραγματικότητα δείχνει ότι και τα δύο, τόσο το Κράτος-Μεσίτης όσο και το Κράτος Εισπράκτορας, δεν είναι παρα οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Το Κράτος-Μεσίτης αναδιανέμει τον παραγόμενο πλούτο κατά τρόπο επωφελή για τους πελάτες του, εξυπηρετεί την κερδοσκοπική τους δραστηριότητα δια της λαμπερής απουσίας του από την αγορά, διευκολύνει δε και ικανοποιεί τις δανειακές τους ανάγκες δια της κατ’επιλογήν μετακίνησής του από την περιοχή του σιωπηλού παρασκηνίου της καπιταλιστικής συγκατάβασης στο προσκήνιο της ενεργού καπιταλιστικής σύμπραξης, (ενώπιον της ευρωπαϊκής κεντρικής τράπεζας), με πλάτη τα ανύπαρκτα χρήματα του ελληνικού δημοσίου. Το Κράτος-Φοροεισπράκτορας με τη σειρά του, σηκώνει τη σκυτάλη από το σημείο που την αφήνει το Κράτος-Μεσίτης και καθιστά πασίδηλη την πολιτική του βούληση να περισώσει ό,τι μπορεί από το διογκούμενο έλλειμα, βρίσκοντας ευφάνταστους τρόπους να συλλέξει χρήματα προκειμένου να καταστήσει σαφές τόσο στην ευρωπαϊκή γραφειοκρατία (δίκτυα λομπισμού) όσο και στις διεθνείς αγορές πάσης φύσεως, ότι είναι ικανό στην δημοσιονομική διαχείριση με τρόπο που εξασφαλίζεται τελικά η αποφυγή μίας πτώχευσης, προσωρινής έστω, ή τουλάχιστον εντίμου, κατά το πρότυπο του τρικουπικού «δυστυχώς». Η υποχρέωσή του να υπηρετήσει μέχρι τέλους αυτή την εικόνα -ή αυτόν τον ρόλο αν προτιμάτε, υπηρετεί έναν και μόνο υψηλό σκοπό: την μάχη εναντίον ενός απευκταίου ενδεχόμενου για τον ελληνικό καπιταλισμό (που κατοικοεδρεύει εντός ελληνικής επικράτειας και φορολογείται έστω και με διαρροές μέσω οφσόρ εταιρειών, και όχι για εκείνον που από δεκαετίες βρίσκεται στο εξωτερικό όπως το ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο στην Μ.Βρετανία και το χρηματιστηριακό κεφάλαιο των «μεγάλων ελληνικών οικογενειών» στις ΗΠΑ) δηλαδή την προοδευτική υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας η οποία θα συμπαρασύρει μαζί της και την πιστοληπτική ικανότητα των επιχειρήσεων.


Με βάση τον ως άνω συλλογισμό, δεν θα πρέπει να μας προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι το θεσμικό όργανο των Ελλήνων βιομηχάνων, ο Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών, χαιρέτισε δια στόματος προέδρου του την ανακοίνωση για το μέτρο της επιβολής έκτακτης εισφοράς σε επιχειρήσεις με κέρδη άνω του ενός εκατομμυρίου ευρώ ως κίνηση προς τη σωστή κατεύθυνση για την εξυγίανση της ελληνικής οικονομίας. Είναι μία πρωτοφανής συγκατάβαση του Κεφαλαίου απέναντι στον λαό, πολιτική ενσάρκωση του οποίου άλλωστε είναι η ελληνική Πολιτεία που δια χειρός του υπουργού Παπακωνσταντίνου υπογράφει το μέτρο. Είναι όντως;

O Παπακωνσταντίνου δεν είναι αιρετός εκπρόσωπος του ελληνικού λαού, όχι τουλάχιστον στην Ελληνική Εθνοσυνέλευση. Είναι διορισμένος υπουργός Οικονομικών και πρώην εκλεγμένος αντιπρόσωπος στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Κατά την αντιπολιτευτική του περίοδο, είχε κάνει σημαία την καταγγελία του υπέρμετρου δανεισμού της προηγούμενης κυβέρνησης που οδήγησε σε δυσθεώρητα ύψη το δημόσιο χρέος. Πρώτη του κίνηση την επαύριο των εθνικών εκλογών, η λύση εικοσιπέντε χιλιάδων συμβάσεων μαθητείας στο δημόσιο, ένας δανεισμός με δημοπρασία ελληνικών ομολόγων με στόχο την άντληση του τεράστιου ποσού για την καταβολή του επιδόματος αλληλεγγύης, και τρίτον, η επιβολή της έκτακτης εισφοράς στις επιχειρήσεις. Μία χούφτα από αυτές, θα πληρώσουν δέκα τοις εκατό επί της κερδοφορίας τους, και πράγματι, δεν είναι περισσότερες από καμιά δεκαριά γιατί μόνο τόσες βγάζουν περισσότερα από 50 εκατομμύρια ευρώ το χρόνο. Οι υπόλοιπες θα φορολογηθούν κλιμακωτά με αρχή το ένα εκατομμύριο ως κατώτερο όριο για τα κέρδη και πάντοτε με λιγότερο από δέκα τοις εκατό επ’ αυτών. Και ο φόρος αυτός, ίσως μείνει γνωστός στην ιστορία, ως, φόρος πτωχεύσεως. Θα επανέλθω σ’ αυτό όμως αργότερα.

Η πρωτοφανής αυτή συγκατάβαση των εκπροσώπων των επιχειρήσεων στην οικονομική τους αφαίμαξη από το Κράτος, γίνεται προσπάθεια να παρουσιαστεί ως πράξη ιστορικής ευθύνης της αστικής τάξης απέναντι στο παράγωγο δημιούργημα της που είναι ταυτόχρονα και  θεματοφύλακας των αξιών της, ενώ επιβεβαιώνεται ο ιστορικός της ρόλος στην επίτευξη της απελευθέρωσης του Υποκειμένου από τα δεσμά της προ-νεωτερικότητας, απελευθερώνοντας το πλέον από τους νέους φόβους της μετα-νεωτερικής εποχής, το φόβο της ανεργίας, της μη-κατανάλωσης και της χρεοκοπίας, που για το τιμοκρατικό πολίτευμα του νεοφιλελευθερισμού και το αλλοτριωμένο αξιακό του υπόβαθρο, ταυτίζονται με το μη-είναι της ύπαρξης.  Ταυτόχρονα θέτει υπόρρητα μέσα στο υποσεινήδητο της ιντελιγκέντσιας το ζήτημα της αποτυχίας του προλεταριάτου στην θεραπεία της κοινωνίας από το μικρόβιο των κυκλικών κρίσεων του καπιταλισμού. Η ελληνική αστική τάξη δίνει πρώτη το παράδειγμα για να ακολουθήσουμε όλοι μας σε αγαστή συνεργασία με το κράτος-μητέρα μία μακρά πορεία πλήρους υπαγωγής της αυτονομίας μας στην υπερβατικότητα του Χρέους. Οι νέες προκλήσεις απαιτούν και νέες θυσίες. Το ελληνικό κεφάλαιο -ή εν πάσει περιπτώσει ό,τι έχει απομείνει στην Ελλάδα απ’αυτό, θέλει να δείχνει μπροστάρης στη νέα αυτή σταυροφορία. Αν είναι όντως έτσι, γιατί δεν επεξεργάστηκε ένα Εθνικό Σχέδιο Ανάπτυξης, συνημμένο πάνω στην επιταγή της έκτακτης εισφοράς;
Η κατάσταση εδώ περιπλέκεται ακόμη περισσότερο.
Μη φύγετε.

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2009

Μετά την κατάρρευση του υπαρκτού καπιταλισμού, τί γίνεται με τον υπαρκτό εθνικισμό;

Σκέψεις πάνω στην οικονομία με αφορμή τα γεγονότα της 8ης Δεκεμβρίου (μέρος 2ο): Mετά την κατάρρευση του υπαρκτού καπιταλισμού, τί γίνεται με τον υπαρκτό εθνικισμό? (Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2009)

editorial (today)
Τί έχουμε να περιμένουμε από μια νέα οικονομική πολιτική?
Τ ί π ο τ α !!
Η απάντηση σε κάθε περίπτωση εξαρτάται από τον χρονικό ορίζοντα στον οποίο τοποθετεί την προσέγγισή του έκαστος εξ’ημών.

Προσωπική άποψή μου είναι ότι οι πολιτικές προσεγγίσεις που ευαγγελίζονται ένα «πράσινο» και «αειφόρο» μέλλον δεν είναι τίποτα άλλο από συντετμημένες και αποσπασματικά τοποθετημένες απόψεις εκτός συγκείμενου, της ευρύτερης κυρίαρχης τεχνοκρατικής αντίληψης για τον καπιταλισμό που ευδοκιμεί στις Βρυξέλλες.

Είναι μία μετα-νεοφιλελεύθερη προσέγγιση με ην οποία έχουν αρχίσει να φλερτάρουν οι Ευρωπαίοι σοσιαλιστές μόνο μετά την απόρριψη του Ευρωσυντάγματος στα εθνικά δημοψηφίσματα (στα οποία ας σημειωθεί ότι δεν συγκαταλέγεται η ελληνική περίπτωση, όχι γιατί στην Ελλάδα ευδοκιμεί ο «φεντεραλισμός» αλλά γιατί εμείς εδώ δεν κάναμε δημοψήφισμα), προσέγγιση που δείχνει να επιθυμεί σταδιακά να αποτινάξει από την ευρώπη τις παιδικές τις ασθένειες, ήτοι τις κρατούσες αντιλήψεις που ήταν της μόδας περί καπιταλισμού στα 1992, και οι οποίες δεν κατόρθωσαν παρά να καταστήσουν την ευρώπη μία wannabe πλήρως απελευθερωμένη και κατακερματισμένη αγορά, κατά το πρότυπο των καλοβαλμένων αμερικάνων πιονερών που σήμερα δεν έχουν στοιχειώδη περίθαλψη και δεν τους νοιάζει να αποκτήσουν αφού τους μοιράσανε την Οκλαχόμα με κριτήριο το σημάδι της ρόδας που άφηνε το κάρο τους όταν έτρεχαν με αφηνιασμένα τα άλογά τους να σημαδέψουν τις ιδιοκτησίες τους. Έτσι, έμαθαν να πορεύονται μέχρι εκεί που φτάνει το άλογό τους, να καλλιεργούν τη γη όσο αντέχουν τα χέρια και τα πόδια τους, να παράγουν για όσο αντέχουν και να αμείβονται για όσο παράγουν. Το αμερικάνικο zeitgeist δημιουργήθηκe πριν την Αμερική. Οι Ευρωπαίοι από την άλλη, έφτιαξαν την Ευρώπη βγάζοντας ό,τι σαβούρα υπήρχε μέσα στον πρόσθιο λωβό, την παρεγκεφαλίδα και τον ιππόκαμπο και δεν την είχε ερμηνεύσει ο Φρόυντ και την πέταξαν μέσα στη Συνθήκη της Ρώμης του ‘52. Στο φουλ ο ψυχρός πόλεμος, στα ντουζένια του ο αντικομμουνιστικός αγώνας, στρατοδημοκρατικοί εθνάρχες της δεξιάς (Ντε Γκώλ, Αντενάουερ) που άφησαν διαθήκες και παρακαταθήκες για εισβολές και καταστολές, και πάντοτε, αχ αυτό πάντοτε, η λατρεία της «ελεύθερης αμερικής» του μπλουζ του σγουίνγκ και του έλβις, του κέννεντυ και του «δημοκρατικού» καπιταλισμού.

1.
Σε προηγούμενο κομμάτι του προβληματισμού μας (Σκέψεις με αφορμή τα Γεγονότα της 8ης Δεκεμβρίου 1,2) προσπαθήσαμε σε αδρές γραμμές να φωτίσουμε το χρονικό της προαναγγελθείσης κρίσης -αν και πολλά μένουν να ειπωθούν για το θέμα αυτό στη συνέχεια. Καταλήξαμε στο ότι το επίπεδο ζωής θα πέσει –με δεδομένο ότι ο υπερδανεισμός θα σταματήσει- και ότι το εθνικό εισόδημα θα μειωθεί συνολικά, καθώς θα μειωθούν τα κέρδη των επιχειρήσεων. Το σχήμα αυτό θα οδηγήσει αφενός σε πτώση της ενεργού ζήτησης και αφετέρου σε μειώσεις μισθών ή /και απολύσεις ο αριθμός των οποίων φαίνεται ότι θα κορυφωθεί κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2010. Η πτώση της ζήτησης στην αγορά θα είναι δομική-συστημική και λιγότερο ψυχολογική-συγκυριακή αφού θα εδράζεται σε ένα αρνητικό δίπολο που από τη μία πλευρά του έχει το αυξημένο κόστος δανεισμού κι από την άλλη την πτώση των εισοδημάτων.

Σημεία που πρέπει να μελετηθούν ως αστάθμητοι πολλαπλασιαστές των συνεπειών της κρίσης είναι η έλλειψη κοινωνικών συναινέσεων αναφορικά προς το νέο κρατικοοικονομικό υπόδειγμα που θα ακολουθηθεί, η αδυναμία της κυβερνητικής γραφειοκρατίας να επεξεργαστεί μία ισορροπημένη νέοκεϋνσιανή δέσμη μέτρων, που να είναι κάτι παραπάνω από δέσμη μέτρων , και η αδυναμία της αντιπολίτευσης του φάσματος κέντρου-αριστεράς, να λειτουργήσει γονιμοποιητικά σε έναν διάλογο όπου εκ των πραγμάτων είναι επιτακτικά αναγκαίο να ξεπεράσει τους αναχρονισμούς μιας καθηλωμένης πολιτικής ταυτότητας. Αυτή συνίσταται τόσο στην αδυναμία της αριστεράς να ενσωματώσει θεωρητικά εργαλεία που να θεραπεύουν σε ορίζοντα δύο τετραετιών τουλάχιστον ένα από τα ιδιοπαθή δομικά ελληνικά προβλήματα (παιδεία, υγεία, δημόσια διοίκηση, ανεργία, εθνικά (λεγόμενα) θέματα) όσο και στον αυτεγκλωβισμό της κεντροαριστεράς σε ένα νεοφιλελεύθερο discourse από το οποίο πλέον είναι πολύ αργά για να υπαναχωρήσει χωρίς να χάσει την ούτως ή άλλως βαρέως τραυματισμένη πολιτική της αξιοπιστία.

Από την άλλη πλευρά, σε αντίθεση με τους «αστάθμητους» πολλαπλασιαστές θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και μία σειρά άλλων, αυτοί που αναφέρονται αμιγώς στην λειτουργία της οικονομίας και ονομάζονται αυτόματοι πολλαπλασιαστές. Αυτοί σχηματικά ορίζονται ως η αλυσιδωτή επίδραση που θα έχει στα δημοσιονομικά (έλειμμα, χρέος) η πτώση της οικονομικής δραστηριότητας και η συρρίκνωση του ΑΕΠ, με συνακόλουθες επιπτώσεις στα δημόσια έσοδα του Κράτους.

Ρυθμοί ανάπτυξης πτωτικοί ή και αρνητικοί, θα έχουν συνέπεια την συρρίκνωση των φορολογικών εσόδων, ενώ η σκλήρυνση/ συντηρητικοποίηση της αγοράς εργασίας με το κύμα απολύσεων για τον «εξορθολογισμό» των εξόδων των επιχειρήσεων θα έχει ως αποτέλεσμα την συρρίκνωση των ασφαλιστικών εισφορών σε μία εποχή που τα ελειμματικά ταμεία καθιστούν πιθανό το ενδεχόμενο μίας στάσης πληρωμών.

2.
Αρκεί λοιπόν για μια χώρα που έχει προνεωτερικά κατάλοιπα αλλά και μετανεωτερικές ασυνέχειες, να εμπεδώσει απλά ως τελεσίδικη φαινομενολογία το τέλος του άναρχου και βίαιου νεοφιλελευθερισμού προκειμένου να αποδεσμεύσει τις ζωτικές της δυνάμεις και να ανοικοδομήσει τον εαυτό της?

Ας μην ξεχνάμε ότι ο συνδυασμός προνεωτερικού-μετανεωτερικού- χωρίς τον νεωτερικό κρίκο οδήγησε στο ασύμπτωτο φαινόμενο να έχουμε οικονομική κρίση σε μία στιγμή κατά την οποία προσπαθούμε να αποβάλλουμε από πάνω μας ένα οικονομικό υπόδειγμα που οι άλλοι τώρα δειλά αποφασίζουν να επαναπροσεγγίσουν ως δυνητική θεραπεία στην μεγάλη ύφεση. Ο κρατικοκεντρικός καπιταλισμός, επιβίωσε και εξελίχτηκε στην Ελλάδα σαν η ιδιαίτερη εκείνη αλληλοεξυπηρετούμενη/τροφοδοτούμενη συνεργασία μεταξύ των πολιτικών ελίτ που εναλάσσονται διαχρονικά σε κέντρα ελέγχου των κρατικών προμηθειών από τη μία, και της ελληνικής αστικής τάξης από την άλλη, που στήριξε τον κύκλο συσσώρευσής της μεταπολεμικά στον έλεγχο των πρώτων μέσω της διαπλοκής. Η διαπλοκή ευνόησε την εναλασσόμενη πολιτική κυκλοφορία μεταξύ των κληρονόμων των πόλων ΕΔΑ-Ενώσεως Κέντρου και ΕΡΕ, που μετά το 1975 εξελίχτηκαν στις πολιτικές παρατάξεις που γνωρίζουμε σήμερα.

Ως απώλεια του νεωτερικού κρίκου στην ελληνική παραγωγική διαδικασία μπορεί να οριστεί η περίοδος από το 1981 μέχρι το 1993, όταν σοσιαλιστικές πολιτικές οδήγησαν σε δημοσιονομική υπερεπέκταση, διόγκωση της γραφειοκρατίας και κρατική διαφθορά, που ο φιλελευθερισμός της περιόδου 90-93 όχι μόνο δεν στάθηκε ικανός να ανακόψει αλλά στο μερίδιο που του αναλογεί από την φεουδαρχική κληρονομιά της πάλαι ποτέ ΕΡΕ κατόρθωσε να τα υπηρετήσει εξίσου αποτελεσματικά όσο και οι προκάτοχοί του.

Αρκεί λοιπόν να ανασυγκροτήσουμε τον αναδιανεμητικό χαρακτήρα του φορολογικού συστήματος, ή να επαναδιαπραγματευτούμε τις συλλογικές συμβάσεις εξισωτικά προς τα πάνω? Αρκεί μήπως να περάσουμε στη βουλή ένα «νέο» αναπτυξιακό νόμο ελπίζοντας ότι θα είναι αρκετό αυτό για την «προσέλκυση ξένων επενδύσεων» ? Ή μήπως αρκεί να αποδεσμεύσουμε το λύκειο από τις εξετάσεις και να δώσουμε οικονομική και διοικητική αυτοτέλεια στα πανεπιστήμια και να υπερθεματίσουμε στην χρηματοδότηση της έρευνας? Μάλλον δεν αρκεί.

Υπάρχει σχιζοφρενικός ανορθολογισμός στην κατανομή του εθνικού εισοδήματος, και υπάρχουν κεφαλαιώδεις πόροι για την ανάπτυξη της χώρας και το «μέλλον των παιδιών μας» (δυστυχώς στην Ελλάδα το μέλλον ανήκει μόνο σε αυτούς που δεν μπορούν να εκφράσουν γνώμη γι’αυτό) οι οποίο πόροι διαρρέουν και εξαφανίζονται ενώ αν χρησιμοποιούνταν, όπως είναι κοινωνικό αίτημα πλέον να χρησιμοποιηθούν, θα μπορούσαν να μεταμορφώσουν το ελληνικό κράτος σε μία «δυτικοευρωπαϊκού τύπου» ουτοπία. Το μεγαλύτερο ψεύδος που κατασκευάστηκε ποτέ στην ελληνική ιστορία δεν είναι άλλο από αυτό που σχηματικά περιγράφεται από τον «μύθο της Ψωροκώσταινας», του πιο κραταιού και ευρέως διαδεδομένου greek myth που στιγμάτισε γενεές επί γενεών επιτρέποντας στη δεκαετία 1994-2004 με ρυθμούς 4% ετήσιας ανάπτυξης στο Εθνικό Προϊόν 1. την ελληνική αστική τάξη να αναπτύξει ληστρικές συμπεριφορές κορυφαίας φοροδιαφυγής, 2. το ελληνικό κράτος να αναπτύξει αναιμικές κοινωνικές πολιτικές επιχορηγώντας επί της ουσίας με δημόσιο χρήμα την πρακτική των πρώτων 3. Οι πολιτικές ελίτ να συσσωρεύσουν τεράστια και αμύθητα ποσά μαύρου χρήματος ως ευχαριστηριακή ανταπόδοση για τις καλές υπηρεσίες τους και την εξασφάλιση της ιστορικής σιωπής τους. 4. Την εξυπηρέτηση της ζήτησης στην στρατιωτική βιομηχανία μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων όταν αυτές δεν βρίσκονταν σε πόλεμο μεταξύ τους.

Όπως σκοπεύουμε να δείξουμε στη συνέχεια, δεν είναι η μεταφορά δημοσίων δαπανών από μία περιοχή ανάπτυξης σε άλλη, ως απόφαση και μετακίνηση πόρων που θα γονιμοποιήσει μία νέα περιοχή ανάπτυξης (παιδεία, νέες τεχνολογίες, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας), αλλά η συρρίκνωση εμπεδωμένων αντικοινωνικών συμπεριφορών μερίδας εργαζομένων, δημοσίων λειτουργών, κρατικών αξιωματούχων, εκπαιδευτικών, στρατιωτικών κ.α., που εμφορούνται από συγκεκριμένη ψυχοδιανοητική συγκρότηση η οποία διαχέεται-μετακενώνεται σε κάθε τομέα όπου αποφασιακά-θεσμικά-πολιτικά το ελληνικό κράτος εκκινά να αυξάνει τις δαπάνες συγκυριακά ή με διαχρονική μορφή. Τελευταία και γλαφυρότερη μορφή του ως άνω ατελούς υποδείγματος (>> της μετακίνησης πόρων σε περιοχές αυξημένου ενδιαφέροντος) είναι η περίπτωση του ΤΕΜΠΜΕ (Ταμείο Εγγυοδοσίας Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων) η καλύτερη ίσως case study της τελευταίας περιόδου για το πώς καταβαραθρώνεται από κερδοσκοπική επίθεση των «ληστών με κολλάρο» ένας κατά τα άλλα έξυπνος και χρήσιμος short-term μηχανισμός για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. (για να είμαστε ακριβείς, ένας μηχανισμός για την επιβράδυνση της συρρίκνωσης της ελληνικής οικονομίας )

Προχωρώντας όμως ένα βήμα παραπάνω, δεν νομίζω ότι πρέπει να είμαστε ψιλικατζήδες. Ούτε στις απαιτήσεις και τα όνειρά μας, ούτε ακόμη-ακόμη και στα χρέη μας. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα διαχρονικής αύξησης δαπανών αλλά και διαχρονικά ατελέσφορης με όρους ανταποδοτικότητας δαπάνης της ελληνικής οικονομίας, είναι οι στρατιωτικές δαπάνες. (Το αμέσως προηγούμενο, ίσως και ισοδύναμο κατ’άλλους είναι οι διαρροές από τις δαπάνες υγείας, αλλά αυτό είναι μία άλλη υπόθεση).

3.
Οι οικονομικοί πόροι που διοχετεύονται για την εξυπηρέτηση των αναγκών πολεμικής προπαρασκευής /συντήρησης είναι μία αφανοποίηση των εθνικών παραγωγικών δυνάμεων, μία εξάτμιση εν δυνάμει παραγωγικών συντελεστών, μία συνολική εθνική κίνηση-μετατόπιση προς μία περιοχή, που στην μορφή την οποία τείνει να λάβει διαχρονικά, καταλήγει να ομοιάζει σε αυτό που Hernando de Soto ονομάζει, νεκρό κεφάλαιο. («Tο Μυστήριο του Κεφαλαίου», Ροές)

Σε αντίθεση με την κλασική έννοια του νεκρού κεφαλαίου, που είναι 1. περουσιακά στοιχεία χωρίς νομιμότητα κατοχής (χωρίς επαρκείς τίτλους ιδιοκτησίας) 2. συσσώρευση πλούτου από το περιθώριο της παραοικονομίας, 3 από αδυναμία του δικαιϊκού συστήματος να άρει τα γραφειοκρατικά εμπόδια για την εγκαθίδρυση νομικού πλαισίου που να κατοχυρώνει τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα (property rights) και 4. την αδυναμία δημιουργίας προϋποθέσεων για την κεφαλαιοποίηση αυτών των περιουσιακών στοιχείων μέσα από τραπεζικές πιστώσεις που θα ενσωματώνουν τις αξίες αυτών των περιουσιακών στοιχείων, το νεκρό κεφάλαιο στην ελλάδα είναι όλα τα παραπάνω συν κάτι επιπλέον.

Το κάτι επιπλέον, είναι το ποσοστό εκείνο από τα φορολογικά έσοδα της κυβέρνησης που προορίζεται για τον στρατό. Είναι μία πάγια δαπάνη από ένα πάγιο ποσοστό του εθνικού εισοδήματος, που τείνει να αυξάνεται σε απόλυτα νούμερα ως δαπάνη, ενώ μειώνεται –λένε- ως σχετικό ποσοστό σε όρους Ακαθαρίστου Εγχώριου Προϊόντος, οπότε αυτό είναι καλό –λένε- γιατί όσο αυξάνεται το αέπ τότε εμείς βαδίζουμε σε καλό δρόμο, γιατί αν δανειζόμαστε με λίγο μικρότερο ρυθμό από τον ρυθμό με τον οποίο αυξάνεται το εθνικο προϊόν, τότε θα μπορούμε να πιστωνόμαστε τα εύσημα της «μάχης με το δημόσιο χρέος». Άρα λοιπόν ακόμα κι αν τα λεφτά που ξοδεύουμε για εξοπλισμούς είναι περισσότερα φέτος απ’ ότι πέρσι, και πέρσι περισσότερα απ’ότι πρόπερσι, όσο το αέπ είναι μεγαλύτερο φέτος απ’ότι πέρσι και πέρσι μεγαλύτερο απ’ότι ήταν πρόπερσι, τότε δεν συντρέχει λόγος ανησυχίας.

Η πραγματικότητα όμως είναι πάντα κάπως διαφορετική, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις που τυχαίνει να συμβεί το ακατανόμαστο:

Η διεθνής οικονομική ύφεση

Αυτό σημαίνει ότι με ρυθμούς ανάπτυξης που τείνουν στο μηδέν, το μόνο που μένει να αυξάνει το ΑΕΠ είναι ο πληθωρισμός. Αυτός θα προσμετρηθεί από τους κρατικούς οικονομολόγους με ανακούφιση αφού θα τους δώσει την αυξητική τάση μέσα στην οποία θα σφηνώσουν «ποσοστιαία» τις αμυντικές δαπάνες του νέου προϋπολογισμού χωρίς να λογοδοτήσουν για τις στρεβλώσεις στην αγορά (κερδοσκοπία, ολιγοπώλεια, που επιτρέπουν τραγελαφικά τον καθορισμό του από την ελαστική κατανάλωση) και χωρίς φυσικά να χρειαστεί να εισηγηθούν ρηξικέλευθες τομές που αναπόφευκτα θα επιφέρουν πολιτικό κόστος στη δεξιά (διαρροές ψήφων από στρατο, σώματα ασφαλείας)

Αυτό το είδος νεκρού κεφαλαίου -που μαζί με το πάγιο εισόδημα που εξυπηρετεί το δημοσιο χρέος είναι και τα δύο πάγια εισοδήματα που δαπανώνται προαποφασισμένα- αποτελεί ένα νεκρό παραγωγικό συντελεστή, ο οποίος όμως νεκρός αυτός συντελεστής δεν δεσμεύεται από προηγούμενη υποθήκη και άρα δεν είναι αμετάκλητα νεκρός, όπως αναντίρρητα συμβαίνει με το ποσό της δαπάνης που προορίζεται για το Χρέος, αφού αυτό εξυπηρετεί προηγούμενο δανεισμό στη βάση ενός προϋπεσχεμένου επιτοκίου.

Τότε γιατί επιμένουμε να ξοδεύουμε τόσα πολλά σε μία δαπάνη που δεν είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε?

Υπάρχουν δύο σχολές σκέψεις που επηρεάζουν την λήψη της απόφασης εν προκειμένω: Η πρώτη σχολή, η «πατριωτική» είναι βαθειά, με ιστορικές ρίζες και έχει κατορθώσει να κατασκευάσει ένα consensus που της επιτρέπει αφενός μεν να διατηρεί το επιχείρημά της στο ακέραιο, αφετέρου ενισχύοντας συν το χρόνω την κοινωνικοπολιτική της θέση εκμεταλλευόμενη την εξασθένηση των κοινωνικών κινημάτων και την παράλληλη άνοδο της αντίληψης για πανταχού παρούσες «απειλές ασφάλειας» (security threats) να επιτρέψει ή και να προκαλέσει με την διεισδυτική απήχηση που φαίνεται να έχει στο φαντασιακό ακόμα και των πιο ορκισμένων εχθρών της, την κατασκευή και διατήρηση μίας ιδιότυπης omerta γύρω από τις στρατιωτικές δαπάνες, έναν κύκλο σιωπής που φαινομενικά μόνο δείχνει να σπάει όταν διάφοροι κομματικοί σχεδιασμοί για λόγους αντεκδίκησης ή αντιπροσώπευσης «θιγμένων» οικονομικών κέντρων του εξωτερικού το κρίνουν απαραίτητο.

Η δεύτερη σχολή σκέψης, που δεν θα ήταν ίσως καθόλου παρακινδυνευμένο να ισχυριστεί κανείς ότι αναπτύχθηκε προκειμένου να απενεχοποιήσει τους φορείς της από τις ιστορικές ενοχές που διατρέχουν την πολιτική τους συνείδηση για το consensus που συνδιαμόρφωσαν, και το οποίο δεν θα ήταν καθόλου εκτός πραγματικότητας αν λέγαμε ότι οι θιασώτες της «πατριωτικής» σχολής άφησαν απειροελάχιστα περιθώρια καταγγελίας του, είναι όλοι εκείνοι που κατά καιρούς έχουν προσπαθήσει με νεο-κεϋνσιανές προσεγγίσεις να υπερθεματίσουν, υποστηρίζοντας τη συμμετοχή των στρατιωτικών δαπανών (που ονομάζονται τώρα αμυντικές) στην οικονομική ανάπτυξη. Το επιχείρημα αυτό και την ευστάθεια της κεϋνσιανής προσέγγισης θα επιχειρήσουμε να καταρρίψουμε στη συνέχεια με χρήση στοιχείων από την εργασία των Τάσου Στυλιανού-Νίκου Δριτσάκη, Αμυντικές δαπάνες και Οικονομική Ανάπτυξη: Μια εμπειρική έρευνα για την Ελλάδα, (Τμήμα Εφαρμοσμένης Πληροφορικής Πανεπιστήμιο Μακεδονίας), όπου διευρενάται με χρήση ποσοτικών μεθόδων η ευστάθεια του επιχειρήματος της δεύτερης σχολής.

4.
Οι νεαροί επιστήμονες εξ αφορμής των εμπειρικών αποτελεσμάτων μελετών που αντίκεινται στην κλασική αντίληψη ότι τα υψηλά επίπεδα των στρατιωτικών δαπανών κρατούν χαμηλά τα επίπεδα της οικονομικής ανάπτυξης, αποφασίζουν να λάβουν υπόψιν τα συγκρουόμενα συμπεράσματα που δίνει η βιβλιογραφία και να εφαρμόσουν ένα αναλυτικό μοντέλο για την ελληνική περίπτωση της περιόδου 1961 με 2003. Ξεκινούν να ερευνήσουν μία άποψη που δεν είναι σαφές από τη βιβλιογραφία αν επαληθεύεται, αυτήν δηλαδή που υιοθετούν οι υποστηρικτές της διαχρονικής αύξησης των εθνικών αμυντικών δαπανών. Η θέση τους είναι ότι «τέτοιες δαπάνες μπορούν να οδηγήσουν στην ανάπτυξη, μέσω της υποκίνησης της συνολικής ζήτησης. Η αυξανόμενη ζήτηση που προκαλείται από τις μεγαλύτερες στρατιωτικές δαπάνες οδηγεί στην αυξανόμενη χρησιμοποίηση του μετοχικού κεφαλαίου (sic) και σε μεγαλύτερα επίπεδα απασχόλησης. Η αυξανόμενη χρησιμοποίηση μετοχικών κεφαλαίων θα οδηγήσει σε αυξήσεις στο ποσοστό κέρδος, το οποίο μπορεί στη συνέχεια να προκαλέσει μεγαλύτερες επενδύσεις και κατά συνέπεια τη δημιουργία βραχυπρόθεσμου πολλαπλασιαστή και υψηλότερα ποσοστά ανάπτυξης». Εντούτοις τα τελικά συμπεράσματα της εργασίας των Στυλιανού-Δριτσάκη μάλλον επιβεβαιώνουν την ανταγωνιστική βασική θέση που υποστηρίζει ότι «τέτοιες δαπάνες καθυστερούν την ανάπτυξη, κυρίως μέσω της μείωσης των επενδύσεων, των πληθωριστικών πιέσεων και της μείωσης των διαθέσιμων δημοσίων κεφαλαίων για δαπάνες και επενδύσεις σε άλλες ενδεχομένως παραγωγικότερες και αποτελεσματικότερες δαπάνες». Αυτό δεν γίνεται ρητά αλλά επιγραμματικά καταφεύγουν σε μία αποφατική διατύπωση που ενισχύει την ως άνω βασική θέση καταλήγοντας στο ότι «υπάρχει μονόδρομη σχέση αιτιότητας μεταξύ του λόγου των αμυντικών δαπανών στο ΑΕΠ και στο ρυθμό μεταβολής του κατα κεφαλήν ΑΕΠ με κατεύθυνση από ΑΕΠ προς τις αμυντικές δαπάνες». Έτσι δεν τεκμαίρεται από πουθενά ότι η αύξηση οδηγεί στην ανάπτυξη αλλά μάλλον το αυτονόητο αντίστροφο.

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2009

"Τhe Occupation of Unjustice"

Mε αφορμή το συνεχιζόμενο έγκλημα που διαπράττεται εις βάρος του Παλαιστινιακού λαού αλλά και –κυρίως- τον πολιτικό λαϊκισμό εκ μέρους της Αριστεράς που απερίσκεπτα φαίνεται να συνδέει την Ισραηλινή Κατοχή με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής –σχέση που ούτε αιτιώδης είναι κι ούτε θα μπορούσε ποτέ να γίνει- σκέφτηκα να αναδείξω ένα ζήτημα το οποίο καταδεικνύει ότι ο δυτικός νομικός και πολιτικός φιλελευθερισμός –με τον οποίο διατηρώ σχέση πλείστων επιφυλάξεων- στον βαθμό που είναι εμπεδωμένος στον εκάστοτε εντόπιο πολιτικό βίο, πιθανόν να επιφυλάσσει ικανές νομικοπολιτικές εγγυήσεις για μία καταπιεζόμενη ή διωκόμενη «μειονότητα» -που ουσιαστικά βρίσκεται υπό καθεστώς στρατιωτικής κατοχής για παραπάνω από μισό αιώνα, ακόμα και μέσα σε ένα σκληροπυρηνικό δεξιοεθνικιστικό καθεστώς όπως αυτό της κυβέρνησης Νετανιάχου στο Ισραήλ. Στον αντίποδα αυτού, οι νομικοπολιτικές εγγυήσεις αναφορικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα, που οραματίζονται οι αριστεροί θιασώτες της κρατικής παρέμβασης ή και ελέγχου στα μέσα παραγωγής, καταρρέουν αναπόφευκτα κάτω από το βάρος του στιβαρού και υδροκέφαλου συγκεντρωτικού κυβερνητισμού των αντιπροσώπων των εργατικών συμβουλίων, στο μεταβατικό στάδιο της δικτατορίας του προλεταριάτου.

Χωρίς να θέλω να υπεισέλθω σε βαθύτερα θεωρητικά ζητήματα που πιθανώς να είναι και ανεπίκαιρα πλέον –πράγμα το οποίο άλλωστε μονάχα θα αποπροσανατόλιζε από το θέμα που επιθυμώ να θίξω στο ποστ μου- δεν θα παραλείψω να υπογραμμίσω το γεγονός ότι η ελληνική αριστερά μαζί με την άκρα εθνικιστική δεξιά αναδύονται στην Ελλάδα εκόντες άκοντες ως οι δύο όψεις του νομίσματος του αντισημιτισμού, σπεύδω δε αμέσως να παραθέσω μερικές πληροφορίες αναφορικά προς τα νομικά πεπραγμένα του Supreme Court του Ισραήλ, με αφορμή και τα τελευταία γεγονότα στην ανατολική Ιερουσαλήμ κατά τα οποία Παλαιστίνιοι κάτοικοι εκδιώχθηκαν βιαίως από τις νόμιμες περιουσίες τους, τα σπίτια τους τα ίδια, όπου αμέσως εγκαταστάθηκαν εβραίοι έποικοι -γεγονότα στα οποία το Δικαστήριο δεν αναμένεται να μην επιβεβαιώσει τον αντιφατικό του ρόλο ως restraining power αλλά και νομιμοποιητή των ΙDF. Αυτό θα καταστεί εφικτό παρουσιάζοντας μία ελάχιστη σύνοψη του βιβλίου του David Kretzmer, the Occupation of Justice: The Supreme Court of Israel and the Occupied Territories, (State University of New York Press 2002) βιβλίο το οποίο αν δεν κάνω λάθος ακόμα δεν έχει κυκλοφορήσει σε ελληνική μετάφραση, και ίσως καθόλου τυχαία, αν αναλογιστεί κανείς πόσο πραγματικά απασχολεί το νομικό περιεχόμενο της λέξης Εβραίος και Παλαιστίνος τον νεοέλληνα, αναξαρτήτως πολιτικού προασανατολισμού.

1

Για να το σχολιάσουμε θα ξεκινήσουμε κάπως ανορθόδοξα. Με τον προβληματισμό που ο ίδιος προτρέπει τον αναγνώστη του να κάνει στην τελευταία παράγραφο των Συμπερασμάτων του. «Αν η διαδικασία της αποαποικιοποίησης ξεκίνησε όταν οι δυτικές πολιτικές ελίτ άρχισαν να αντιλαμβάνονται το χάσμα μεταξύ των διακηρυκτικών τους αρχών ως προς τον τρόπο διακυβέρνησης μιας δημοκρατικά ευνομούμενης πολιτείας και της ανελεύθερης και σε πολλές περιπτώσεις νοσηρής κατάστασης στην οποία βρίσκονταν στην πραγματικότητα οι αποικίες, τότε μήπως αξίζει να αναρωτηθούμε μήπως η έλλειψη αυτοπεριορισμού ή και ετεροπεριορισμού των αυθαιρεσιών και παραλείψεων της στρατιωτικής διοίκησης από την απουσία δικαστικού ελέγχου στην περίπτωση που το Ανώτατο Δικαστήριο δήλωνε αναρμόδιο να επιληφθεί της εξέτασης των προσφυγών που του γίνονται για υποθέσεις που λαμβάνουν χώρα στα Κατεχόμενα, θα οδηγούσε συντομότερα και όχι τόσο αργα όσο το 1987, εποχή της πρώτης Ιντιφάντα, στην ζύμωση της κοινής γνώμης αλλά και της ελίτ για έναν ειρηνικό διακανονισμό και μία τελική λύση».

Πρόκειται φυσικά για έναν καταστροφολογικό και εσχατολογικής φύσεως προβληματισμό όμοιο με ένα ρεύμα προβληματισμού στα πλαίσια της κομμουνιστικής επανάστασης ή της θρησκευτικής εσχατολογίας. Εντούτοις παραμένει εξαιρετικά ενδιαφέρων, καθώς αποτολμά να αναμιγνύει στοιχεία υστεροβουλίας σε μία κατά τα άλλα καινοφανή θεσμική διαδικασία που είναι ο δικαστικός έλεγχος από εσωτερικό πολιτικό δικαστήριο μίας χώρας πάνω σε πράξεις της στρατιωτικής διοίκησης της σε μία κατεχόμενη περιοχή, κινούμενος έτσι στις αχαρτογράφητες -εντούτοις ορατές με γυμνό μάτι- παρυφές της πολιτικής συνομωσιολογίας.

Επί του θέματος όμως, στο βιβλίο εξετάζονται: το ζήτημα της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου και τα θεωρητικά σχήματα στα οποία εδράζεται η αρμοδιότητά του για τις προσφυγές επί των οποίων τελικά καταλήγει να αποφαίνεται. Θα μιλήσουμε για το νομικό σχήμα της justiciability και πώς δι’ αυτής το δικαστήριο επαληθεύει τον βαθιά πολιτικό του ρόλο συμπλέοντας με το περιεχόμενο των κυβερνητικών πράξεων (acts of state doctrine). Tο ζήτημα της ισχύος του διεθνούς συμβατικού και εθιμικού δικαίου στο εσωτερικό του Ισραήλ και πώς αυτό συνδέεται με τη μη καθ’ολοκληρίαν εφαρμογή των συνθηκών Γενεύης /Χάγης ταυτόχρονα δηλαδή με το ζήτημα του ισχύοντος δικαίου της στρατιωτικής κατοχής και του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, κυρίως όμως με το αν υπάρχει όντως στρατιωτική κατοχή.

Η προβληματική αυτή συνδέεται με τον ισχυρισμό ότι το 1967 η Ιουδαία-Σαμάρεια δεν ήταν διεθνώς αναγνωρισμένη ως ιορδανικό έδαφος και κατά συνέπεια δεν αποτελεί προσαρτημένο-κατεχόμενο έδαφος αλλά απελευθερωμένο έδαφος. Σε επόμενο ποστ αν υπάρχει χρόνος, θα αναφερθώ σε συγκεκριμένες υποθέσεις, ευελπιστώντας να καλύψω τουλάχιστον ακροθιγώς ζητήματα όπως, οι οικισμοί των εποίκων στα Κατεχόμενα, τα σχετιζόμενα με την οικογένεια και τον επαναπατρισμό Παλαιστινίων θέματα, ζητήματα ασφάλειας του Ισραήλ και ζητήματα σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα, τις κατεδαφίσεις κατοικιών, και τέλος, τις απελάσεις.

The Supreme Court as a High Court of Justice

Με το «νόμο περί δικαστηρίων» του 1957, το ισραηλινό κράτος διατήρησε ή και επεξέτεινε ως προς τις αρμοδιότητες του Ανωτάτου Δικαστηρίου το κανονιστικό περιεχόμενο των αντίστοιχων διατάξεων που ίσχυαν από εποχής του βρετανικού mandate στην Παλαιστίνη. Με αυτόν τον τρόπο, το Ισραηλινό Ανώτατο Δικαστήριο κυμάνθηκε έκτοτε αναφορικά προς την έκταση των αρμοδιοτήτων του σε ένα δυικό επίπεδο λειτουργίας : Ως δικαστήριο που τελεσιδικεί σε πρωτόδικες αποφάσεις αλλά κυρίως ως Ανώτατο Δικαστήριο Δικαιοσύνης κατά το πρότυπο του αντίστοιχου βρετανικού και συνεχίζοντας την παράδοση της ισχύουσας πρακτικής κατά την περίοδο της βρετανικής εντολής, όταν το Δικαστήριο ασκούσε προνομιακό έλεγχο (prerogative writ) σε αποφάσεις κυβερνητικών υπηρεσιών.

Η πολιτική σημασία του Δικαστηρίου

To Ανώτατο Δικαστήριο του Ισραήλ απολαμβάνει διεθνούς κύρους καθώς αποτελεί μοναδική περίπτωση εσωτερικού δικαστηρίου μίας χώρας που επιλαμβάνεται θεμάτων τα οποία σχετίζονται με αποφάσεις της στρατιωτικής διοίκησης της χώρας πάνω σε κατεχόμενες από αυτήν περιοχές. Με την πρακτική του αυτή ενισχύει την αντίληψη περί κράτους δικαίου και κυριαρχίας του νόμου (rule of law). Με δεδομένο ότι κατά τεκμήριο η πολιτική απόχρωση του δικαστηρίου σε βασικές κυβερνητικές θέσεις και θεμελιώδη ζητήματα εθνικής πολιτικής, είναι εμφανώς φιλοισραηλινή, η καταλυτική του παρέμβαση σε συγκεκριμένες υποθέσεις χαράζει νέες συντεταγμένες στην θεσμική πραγματικότητα του ισραηλινού κράτους τόσο ως προς την εμπέδωση του εσωτερικού όσο και του διεθνούς δικαίου. Τοποθετεί τον έλεγχο των αποφάσεων της στρατιωτικής διοίκησης σε επίπεδο που συναρτάται ευθέως προς τις διατάξεις του διοικητικού δικαίου, δημιουργεί πρωτοπόρα νομολογία σε ζητήματα που άπτονται της διεμβολής του διεθνούς δικαίου σε ακανθώδη ζητήματα εσωτερικής πολιτικής και αναδεικνύει ευαίσθητες πτυχές του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου αναγνωρίζοντας τες ως εθιμικό δίκαιο άμεσα αφομοιώσιμο και εφαρμοστέο.

Η κοινωνική φύση (=φύομαι) του Δικαστηρίου

Από τη νομολογία του Supreme Court του Ισραήλ, γίνεται πρόδηλο ότι δύο είναι τα αποτελέσματα που επιφέρει στο πολιτικό σύστημα του Ισραήλ:

· Το να περιορίζει (to restrain)
· To να νομιμοποιεί (to legitimize)

Εν τούτοις, πολύ λίγο μπορούμε να πούμε ότι με τις δικαστικές του αποφάσεις αναδεικνύεται σε μονοπωλειακό φορέα της μίας ή της άλλης λειτουργίας. Η πρακτική του μέσα από δεκαετίες έχει αναδείξει την παραδοξότητα μίας αντιφατικής κοινωνικής θέσμισης. Οι πιθανότητες να κερδηθεί μία υπόθεση από έναν Παλαιστίνιο κάτοικο των κατεχομένων αυξάνονται εντυπωσιακά σε περίπτωση εξωδικαστικού συμβιβασμού. Παρά τον πολιτικό του χρωματισμό, το Δικαστήριο επενεργεί με σκιώδη τρόπο επί του Ισραηλινού πολιτικού συστήματος, διαμορφώνοντας ένα περιβάλλον δυνητικού ενδοκρατικού πολιτικού ολοκαυτώματος στην περίπτωση αμφισβήτησής του, πολλώ δε μάλλον όταν το ίδιο αμφισβητήσει μία απόφαση της στρατιωτικής διοίκησης, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να συνηθίζεται να αποφεύγεται η προσφυγή σε αυτό όταν προσφέρεται ως δόκιμη λύση ένας εξωδικαστικός συμμβιβασμός

Για να αντιληφθεί κανείς τη θεσμική λειτουργία του Δικαστηρίου αλλά και τον πολιτικό του χρωματισμό, θα πρέπει να λάβει υπόψιν δύο παράγοντες:

Το πολιτικό background της αραβοισραηλινής σύγκρουσης και τις ιστορικές συνθήκες που εξώθησαν το Ισραήλ στην κατάληψη της Δυτικής όχθης και Λωρίδας της Γάζας στον πόλεμο του 1967 και την συνάρτησή τους προς τις αμυντικές πρόνοιες του Ισραήλ για την επιβίωσή του σε ένα περιβάλλον εχθρικής προς αυτό περικύκλωσης
Την οντολογία της σχέσης του Ανωτάτου Δικαστηρίου με τις αντιλήψεις αλλά και τον ίδιο τον οργανισμό της Ισραηλινής κοινωνίας, το κύρος που του αποδίδεται, αλλά και τα κατά νόμον συμφέροντα της που αυτό καλείται να διασφαλίσει. Ενίοτε όχι κατά νόμον αλλά και κατά φαντασιακόν.

Η Δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (Jurisdiction and Justiciability)

Το ερώτημα που αναδεικνύεται όταν εξετάζουμε τις αρμοδιότητες του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Ισραήλ είναι το κατά πόσο είναι αρμόδιο να εκδικάζει υποθέσεις αναφορικά με πράξεις τις στρατιωτικής διοίκησης οι οποίες διενεργούνται έξω από την επικράτεια του Ισραηλινού κράτους όπου το δικαστήριο δεν μπορεί να έχει δικαιοδοσία. Εντούτοις, ο γενικός εισαγγελέας Shamgar προσπάθησε να τροχιοδρομήσει την έναρξης μίας τέτοιας συμμετοχής του Δικαστηρίου στον έλεγχο των πεπραγμένων της στρατιωτικής διοίκησης στα Κατεχόμενα υποστηρίζοντας ότι είναι δέον να υπάρχει κάποιου είδους εξωτερικός έλεγχος προκειμένου να διασφαλιστεί η κυριαρχία του νόμου και να αποφευχθούν καταχρηστικά φαινόμενα άσκησης εξουσίας από τους στρατιωτικούς. Το πραγματικό επιχείρημα όμως πίσω από αυτήν τη προσέγγιση ήταν ότι με τον τρόπο αυτό θα ξεκινούσε μία διαδικασία δια της οποίας και συν το χρόνω οι Παλαιστίνιοι θα αναγνώριζαν με έμμεσο τρόπο αλλά με καταλυτικό αποτέλεσμα το κράτος του Ισραήλ. Έτσι λοιπόν, στις πρώτες ιστορικές του αποφάσεις όπου το Ανώτατο Δικαστήριο του Ισραήλ καλείτο να γνωμοδοτήσει σαν High Court of Justice, υποθέσεις όπως οι Cristian Society case και Electricity Corporation case δεν προκάλεσαν μία ρητή λεκτική διατύπωση της παραδεδεγμένης διακαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Αργότερα όμως, με την Rafiah Approach case και ως αποτέλεσμα ζυμώσεων που προκλήθηκαν αφενός από την εμφανή απροθυμία εκ μέρως των αρχών να θεωρήσουν δεδομένη τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου στις δύο προηγούμενες υποθέσεις και αφετέρου από την έλλειψη διάθεσης να την αμφισβητήσουν, το Δικαστήριο δια στόματος του Δικαστή Landau διακήρυξε ότι με βάση το σχετικό νόμο του 1957 το δικαστήριο θα θεωρεί εφεξής τα μέλη της στρατιωτικής διοίκησης ως ανήκοντα στη σφαίρα της εκτελεστικής εξουσίας του Κράτους και ως εκ τούτου θα αναγνωρίζονται ως δημόσιοι λειτουργοί (public servants) που υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον εκτελώντας ένα δημόσιον καθήκον υπό το κράτος του νόμου (public duty under law). Η ενδιαφέρουσα αυτή τοποθέτηση του Δικαστηρίου είχε ήδη πρωτοδιατυπωθεί από τον δικαστή Shamgar στην υπόθεση Al-Taliya. Η άποψη αυτή δεν είναι πλήρως αποδεκτή από το σύνολο του πολιτικού-νομικού κατεστημένου του Ισραήλ και τοιουτοτρόπως οδήγησε στην ανάδειξη μίας γκρίζας περιοχής αρμοδιοτήτων όπου το δικαστήριο αναγνωρίζει στον εαυτό του τη δικαιοδοσία του αλλά δεν θεωρεί σκόπιμο να την ασκήσει. Έτσι λοιπόν αναδεικνύεται η αποφατική λειτουργία της Justiciability, μίας νομικής αρχής του αγγλοσαξωνικού νομικού πολιτισμού στη βάση της οποίας βρίσκεται ένα εσωτερικό κριτήριο αυτοπεριορισμού του δικαστηρίου, σε αντίθεση με τα εξωτερικά κριτήρια περιορισμού που συνθέτουν την έκταση της κλασσικής δικαιοδοσίας (Jurisdiction).

The Acts of State doctrine and the Political Question doctrine

Οι κυβερνητικές πράξεις, ως προνομίες της εκτελεστικής εξουσίας δεν υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο. Ως εκ τούτου, αν η πολιτική της στρατιωτικής διοίκησης τόσο στη λωρίδα της Γάζας όσο και στη Δυτική Όχθη εκλαμβανόταν ως τέτοια, ήτοι ως αποφάσεις που προσομοιάζουν στο να είναι θεσμικά ισότιμες με τις κυβερνητικές προνομίες που εμπεριέχονται στο act of state doctrine τότε η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου δεν θα υφίστατο. Ετσι, παρόλο που από επίσημα νομικά χείλη το επιχείρημα για την απόρριψη των προσφυγών των κατοίκων των περιοχών αυτών δεν ήταν ποτέ το δόγμα των κυβερνητικών πράξεων, το τελευταίο διατηρεί εντούτοις μία άτυπη επιρροή πάνω στο σκεπτικό των δικαστών σχετικά με πολλές υποθέσεις που αρνήθηκαν να θέσουν υπό την κρίση του Δικαστηρίου.

Ένα άλλο περιοριστικό κριτήριο για την άσκηση αρμοδιότητας από το Δικαστήριο είναι το κατά πόσο η προσφυγή που έχει μπροστά του να εξετάσει, ειδικά σε περιπτώσεις που σχετίζονται με εγκαταστάσεις οικισμών Ισραηλινών εποίκων στα Κατεχόμενα, διαθέτει έναν πολιτικό χαρακτήρα ως προς τη γενεσιουργό αιτία της διαμάχης, οπότε και το δικαστήριο επιλέγει να αποστασιοποιείται προκειμένου να αποφύγει να αμφισβητήσει αποφάσεις της διοίκησης (political question doctrine).

Στις περιπτώσεις αυτές το Δικαστήριο έχει στο παρελθόν επιλέξει να κάνει μία δομική διάκριση μεταξύ της παραβίασης των δικαιωμάτων του ατόμου στην ιδιοκτησία από τη μία, και της παραβίασης του άρθρου 49 παράγραφος 6 της Συνθήκης της Γενεύης από την άλλη, όπου σύμφωνα με το δίκαιο της στρατιωτικής κατοχής (belligerent occupation) απαγορεύεται η εγκατάσταση οικισμού εποίκων σε κατεχόμενο έδαφος (υπόθεση Beth El). Oμοίως, στην υπόθεση Εlon Moreh το Δικαστήριο αρνήθηκε να υιοθετήσει την εισήγηση της στρατιωτικής διοίκησης ως προς την άσκηση του εσωτερικού κριτηρίου αυτοπεριορισμού του δικαστηρίου για το ευαίσθητο θέμα των settlements και τελικά δέχτηκε να εξετάσει την προσφυγή καθαρά επι τη βασει της παραβίασης του δικαιώματος στην ιδιοκτησία αφού το κομμάτι γης που επιτάχθηκε από τις στρατιωτικές αρχές για την εγκατάσταση του οικισμού, ανήκε σε ιδιώτη Παλαιστίνιο. Έτσι λοιπόν, το Δικαστήριο αναδεικνύεται σε θεματοφύλακα των ατομικών Δικαιωμάτων, ενισχύοντας το rule of Law και διατηρώντας ταυτόχρονα μία ισορροπία απέναντι στο σύστημα που το νομιμοποιεί ως όργανο απονομής δικαιοσύνης, που δεν είναι άλλο από τον ίδιο τον εβραικό λαό. Στην υπόθεση της προσφυγής του κινήματος Peace Now για την απομάκρυνση των οικισμών των οποίων η ύπαρξη δεν δικαιολογείτο από λόγους ασφάλειας το Δικαστήριο δήλωσε απερίφραστα την αναρμοδιότητα να κρίνει μία τέτοια υπόθεση της οποίας ο πολιτικός χαρακτήρας ήταν παραπάνω από εμφανής. Είναι αξιοσημείωτο πάντως ότι αν και το Δικαστήριο αναγνώρισε και τη νομική φύση του ζητήματος, αρνήθηκε να εκδικάσει την προσφυγή, στη βάση ενός εσωτερικού κριτηρίου αυτοπεριορισμού της αρμοδιότητάς του ευθέως συναρτόμενου προς την ενδεχόμενη απώλεια της εμπιστοσύνης που απολαμβάνει από το λαό του κράτους του Ισραήλ.

H Στρατιωτική Διοίκηση και το Διεθνές Δίκαιο

Το Ανώτατο Δικαστήριο του Ισραήλ, ακολουθεί την παράδοση της διάκρισης ανάμεσα στο διεθνές εθιμικό δίκαιο και το συμβατικό διεθνές δίκαιο. Με δεδομένο ότι η ανώτατη εξουσία στις κατεχόμενες περιοχές είναι ο στρατιωτικός διοικητής, και ότι προκειμένου να ισχύει το συμβατικό διεθνές δίκαιο στα κατεχόμενες περιοχές θα έπρεπε να κυρωθεί με νόμο, η Τέταρτη Συνθήκη της Γενεύης ενσωματώθηκε στο σύνολο της στρατιωτικής νομοθεσίας προκειμένου να ισχύει έχοντας παρει τη μορφή εσωτερικού νόμου του κράτους. Η εξουσία του στρατιωτικού διοικητή πηγάζει τόσο από το administrative law σαν υπάλληλος του κράτους όσο και από το διεθνές δίκαιο σαν occupatio bellica, δηλαδή σαν στρατιωτικός διοικητής κατεχομένων εδαφών. Αμέσως όμως μετά τον πόλεμο του 1967, άρχισε να αναδύεται μέσα στους κύκλους της Ισραηλινής πολιτικής ελίτ μία καινοφανής προσέγγιση ως προς το νομικό χαρακτήρα των νέων εδαφών. Η αντίληψη για «απελευθερωμένα» εδάφη, με δεδομένο ότι η Ιουδαία και Σαμάρεια θεωρήθηκαν ότι δεν ανήκαν σε κάποιο κυρίαρχο κράτος (sovereign state) αφού η προσάρτησή τους από την Ιορδανία το 1950 δεν είχε λάβει διεθνή αναγνώριση, αποτέλεσε τη βάση μίας νομικής κατασκευής που δικαιολογούσε την απαλοιφή των σχετικών με τη Συνθήκη της Γενεύης διατάξεων από τη στρατιωτική νομοθεσία. Διατυπώθηκε επίσης η άποψη ότι αν και δεν πρέπει να ισχύει στα κατεχόμενα το διεθνές συμβατικό δίκαιο της στρατιωτικής κατοχής, το κομμάτι εκείνο που αναφέρεται σε ανθρωπιστικές πρόνοιες της Συνθήκης, θα τηρείται ως έχει. Παραμένει αξιοσημείωτο ότι αν και η ρητορική για απελευθερωμένα και όχι κατεχόμενα εδάφη, η οποία όπως είπαμε εδράζεται στην γραμματική ερμηνεία του άρθρου 2 της Συνθήκης της Γενεύης περί μη ύπαρξης ενός Υψηλά Συμβαλλόμενου Μέρους (High Contracting Party) από το οποίο να έχουν αποσπαστεί τα εδάφη με πολεμικά μέσα[1], είναι διαδεδομένη και προσφιλής στους Ισραηλινούς εκπροσώπους στα διεθνή fora, ποτέ δεν διατυπώθηκε από το Ισραηλινό κατεστημένο αμφισβήτηση της αναγκαιότητας εφαρμογής της Συνθήκης της Χάγης .


[1] (και όχι μόνο με πολεμικά, είναι η ερμηνεία του πνεύματος της συγκεκριμένης διάταξης, αφού συμπερίληφθηκε για να καλύψει το ιστορικό παράδειγμα της προσάρτησης της Δανίας από τη ναζιστική Γερμανία χωρίς αντίσταση)

Τετάρτη 8 Απριλίου 2009

Political thoughts on post 6th December greek regime

1

H Αργεντινοποίηση της Ελλάδας και τα λόγια ενός ιδιοφυούς μαρξιστή από την εποχή που έτρεχα κλασμένος από το δακρυγόνο στην παραλία του Πόρτο Καρράς (πάνε έξι χρόνια από τότε) μου στοιχειώνουν το μυαλό μου κάθε φορά που κάθομαι ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου και στοχάζομαι νόμιμες μεθόδους πλουτισμού. Ηταν η πρώτη ίσως φορά που είχα ακούσει να εντάσσεται σε μια λογική ανάλυση η θεωρία της «πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους» και να συνδυάζεται με την πορεία ενός φαινομενικά ασύνδετου κρίκου, του κλάδου των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Η ανάλυση εκείνου του περίεργου ρακένδυτου τύπου με τα λιγδιασμένα μακριά μαλλιά που σιχαινόσουν να τον πλησιάσεις αν έμενες εγκλωβισμένος σε μικροαστικά στερεότυπα, ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα : Σε μια χώρα με διαχρονικά ελλείμματα και μεγάλο χρέος, γραφειοκρατία που τελματώνει τις επενδύσεις, διαφθορά και μεγάλο δημοσιοδιοικητικό κόστος (υπερτιμολογήσεις, σπατάλες, ανορθολογικά προνόμια, υπερμεγέθης αριθμός δημοσίων υπαλλήλων), η καπιταλιστική συσσώρευση δεν εκτονώνεται επενδυτικά σε νέους κλάδους αλλά επικεντρώνεται στην υπερπροσφορά που καλύπτεται από έντεχνη και στοχευμένη πρόκληση αυξήσεως της ζήτησης, μέσω τροφοδότησης της υπερκατανάλωσης από στρεβλή διόγκωση της καταναλωτικής πίστης. Η Ελλάδα φιλαράκι θα πνιγεί από τη δημοσιονομική και χρηματοπιστωτική φούσκα και θα γίνει χειρότερα από την Αργεντινή.

Ακούγοντας τον λιγδιασμένο ιδιοφυή clochard, αυτόν τον sans-quilotte που όπως μου έλεγε τον νανούριζε ο μπαμπάς του με αναγνωστικά αποσπάσματα από το Κεφάλαιο του Μαρξ για να τον παίρνει ο ύπνος όταν ήταν μωρό, είχε καταφέρει να μου εξάψει το ενδιαφέρον σε μία εποχή (2003) όπου οι μεγάλες ταμειακές ροές και τα ανεκτέλεστα υπόλοιπα των μεγάλων κατασκευαστικών εταιρειών (Ακτωρ, Μέτκα, Βωβός κτλ) σε τίποτα δεν παρέπεμπαν στην σημερινή εικόνα καθίζησης του κατασκευαστικού κλάδου, σε μία εποχή όπου το Γ’ ΚΠΣ μοίραζε ευρω-μπαξίσια στην υψηλή γραφειοκρατία της Κολωνακιώτικης Πύλης, μία εποχή όπου ο λεγόμενος «δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης» βρισκόταν στα πάνω του και ο δείκτης καταναλωτικής και στεγαστικής πίστης χτυπούσαν κόκκινο δίνοντας υπερκέρδη στους τραπεζίτες και τους μεγαλομπακάληδες, σφίγγοντας αργά αλλά σταθερά τη θηλειά του σχοινιού γύρω από το λαιμό του μέσου ελληνικού νοικοκυριού.

Ήταν μία εποχή όπου οι πάσης φύσεως «επενδύσεις» ενόψει των Ολυμπιακών αγώνων άνθιζαν και απέφεραν κέρδη σε αυτούς που τις έκαναν, δηλαδή στους έχοντες εσωτερική πληροφόρηση για τα ποικίλα χρηματοδοτούμενα προγράμματα που υποστηρίζονταν με διάφορους τρόπους από δημόσια λεφτά (Leader, αγροτουρισμός, συνεταιριστικό επιχειρείν, μικροαστικό επιχειρείν) και τους άμεσα ή έμμεσα σχετιζόμενους με το δημόσιο μεγαλοεργολάβους που γέμισαν την Ελλάδα «επενδύσεις» από τις οποίες μακροσκοπικά και κατά ένα περίεργο τρόπο, δεν παράχθηκε ούτε μία μόνιμη θέση εργασίας. Ήταν ακόμη μία εποχή απολύτου άνθισης του car-dealing, δηλαδή του λιανεμπορίου αυτοκινήτου από κουστουμαρισμένους καλοθελητές που μεσολαβούσαν ευγενικά μεταξύ εσού και της τράπεζας σου για τη χορηγεία αμαξοδάνειου, μία εποχή άνθισης των τουριστικών-ταξιδιωτικών γραφείων, των μεσιτικών γραφείων, των κέτερινγκ επιχειρήσεων, των γραφείων οργάνωσης «συνεστιάσεων» και «εκδηλώσεων» και των γραφείων δημοσίων σχέσεων. Ήταν εποχή άνθισης του έντυπου και ηλεκτρονικού τύπου, πράγμα καθόλου τυχαίου αφού συναρτάτο μεσοβραχυπρόθεσμα από την αντίστοιχη άνθιση στους διάφορους κλάδους του ως άνω (και όχι μόνο) περιγεγραμμένου «επιχειρείν» οι οποίοι ήταν παραπάνω από πρόθυμοι να πληρώσουν ζεστό χρήμα για διαφημιστικές καταχωρήσεις σε εφημερίδες ή τηλεοπτικό χρόνο σε κάποιο κανάλι. (στα χρόνια που έμελλε να έρθουν, το «ακριβό» διαφημιστικό σποτ θα το αντικαθιστούσε το, λιγότερο ακριβό και ποιό εύκολο να το «κλείσεις» αλλά εξίσου πετυχημένο από πλευράς ικανότητας να διεμβολίζει την καταναλωτική συνείδηση, ρεπορτάζ ενός «μαχόμενου» και «φιλαλήθη» ρεπόρτερ κεντρικού δελτίου ειδήσεων)

Έτσι λοιπόν και χωρίς τίποτα ακόμη να με προϊδεάζει για τα οικονομικά δεδομένα με τα οποία θα ερχόμασταν τώρα αντιμέτωποι, (χωρίς καλά καλά να ενδιαφέρομαι διόλου γι’ αυτό που με μία λέξη ονομάζουμε «Οικονομικά») κάτι είχε αλλάξει μέσα μου. Σε λίγες μόνο γραμμές και με δύο μόνο λόγια, είχα στα χέρια μου μία υπερ-ερμηνεία για την μετεμφυλιακή στρεβλή ανάπτυξη της αστικής δημοκρατίας στην Ελλάδα και την κυριαρχία του δικομματισμού μεταπολιτευτικά, ακριβώς στην αρχή του μεταφορντικού κύκλου καπιταλιστικής υπερσυσσώρευσης καταλύτης του οποίου υπήρξε ο ρηγκανισμός-θατσερισμός που τον περάσαμε και εμείς ξόφαλτσα και αλά γκρέκα αφήνοντας τα καλά του (ορθολογικοποίηση, επενδύσεις, οικονομική ανάπτυξη, δουλειές, καινοτομίες) και πιάνοντας τα κακά του (κοινωνία της κατανάλωσης, ιδιωτικοποίηση βασικών υπηρεσιών, ελαστικοποίηση της εργασίας). Είχα ακριβώς αυτό που έψαχνα για να ερμηνεύσω τον αμερικανοειδή μαϊμουδισμό και τον ευρωπαϊκό ψευδο-ελιτισμό, την παταγώδη αποτυχία του νεολαιϊστικου κίνηματος στην Ελλάδα (συνθηκολόγηση δια της ενσωμάτωσης σε κομματικές νεολαίες κοινωνικών παροχών) αλλά και τον ιδιότυπο κοινωνικό ρατσισμό που αρχίσαμε να φτύνουμε πάνω στον «σύγχρονο αλλά πολίτη της Αριστεράς» τον λεγόμενο βλάκα που δεν καταλαβαίνει σε ποιά εποχή ζει «τώρα που όλα έχουν αλλάξει».

Αρχισα να καταλαβαίνω γιατί τα περισσότερα από όλα εκείνα που ξένα προς τον Έλληνα προκαλούσαν αποστροφή στους γονείς μας, αλλά γοήτευαν εμάς τους μικρότερους, εμάς που βάλαμε παπούτσι «ελβιέλα» επί πασόκ, πήραμε έγχρωμη τηλεόραση επί πασόκ, αγοράσαμε το πρώτο μας αυτοκίνητο επί πασόκ, έμοιαζαν στρεβλά και φετιχοκαταναλωτικά σε εκείνους που μιάμιση γενιά πιο πριν, είχανε δύο πουκάμισα και πότε έπλεναν το ένα πότε το άλλο για να πάνε στη δουλειά, περπατούσαν σπίτι με τα πόδια για οικονομία στη δραχμούλα που πλήρωναν στο λεωφορείο και εκείνους που κοιτάγανε με γουρλωμένα μάτια την διαφήμιση του ταχυδρομικού ταμιευτηρίου στην ΕΡΤ νιώθοντας ένα γαργαλητό ανακούφισης στο μαλακό υπογάστριο όταν έπεφτε η ατάκα «η αποταμίευση είναι αξία» και ήξεραν ότι εκείνοι ήταν άνθρωποι «με αξίες».

2

Μία από τις συνέπειες που επέφερε η μεγάλη κοινωνική εξέγερση του Δεκεμβρίου ήταν η ευρεία απονομιμοποίηση της κυβέρνησης της Νέας δημοκρατίας (αν δεν ήταν η ίδια η προϊούσα απονομιμοποίηση που επέφερε την εξέγερση, ή η προϊούσα κρίση που επέφερε την απονομιμοποίηση ή η προϊούσα εξέγερση που επέφερε την κρίση,) απονομιμοποίηση στη συνείδηση του ελληνικού λαού, μεγάλο μέρος του οποίου όχι μόνο ένιωσε πολιτικά διωκόμενος και αποξενωμένος από την «ασφάλεια» που η πολιτική ορθότητα της κυρίαρχης ιδεολογίας παραδοσιακά παρέχει, αλλά και απειλούμενος από τα μέτρα προάσπισης της οικονομίας που η απονομιμοποιημένη αυτή κυβέρνηση αποφασίζει να λάβει στον απόηχο των επαναστατικών γεγονότων και στο κατώφλι για το μεγάλο και κύριο στάδιο του οικονομικού Κράχ.

Καθώς η ελληνική κοινωνία-οικονομία βγαίνει από την νηνεμία που επικρατεί στο μάτι του κυκλώνα και σταδιακά εισέρχεται στην στροβιλιζόμενη δίνη που θα την πετάξει όπως την Αλίκη του παραμυθιού σε μία χώρα εφιαλτικών θαυμάτων, αρχίζει σιγά σιγά να συνειδητοποιεί τον αντίστροφο κανόνα από εκείνον που λέει ότι οι οικονομικές τεκτονικές αναταράξεις μεταλάσσουν τις πολιτικές καταστάσεις και ότι η τελευταίες δεν είναι παρά ένα επιφαινόμενο που εδράζεται πάνω στις πρώτες. Δεν είναι λίγα τα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας, που όντας πολιτικά εμφορούμενα από αντικαθεστωτική νοοτροπία, εμπνεόμενα από αντεξουσιαστική διάθεση, και διαπνεόμενα από πνεύμα ριζοσπαστικό, αποκτούν την αίσθηση ότι με δεδομένη την αντικυβερνητική και αντισυστημική τους τοποθέτηση απέναντι στο Κράτος, η λεγόμενη «πολιτεία» θα τους ε ξ α ν α γ κ ά σ ε ι να επωμιστούν τα κύρια άχθη για την οικονομική ανασυγκρότηση.

Αυτήν την περίεργη εποχή, ως αντισυστημική τοποθέτηση του πολίτη απέναντι στο Κράτος, δεν νοείται μόνο η αντεξουσιαστική συμπεριφορά με το συχνά συνδεόμενο με αυτήν κάψιμο εμπορικών καταστημάτων, τραπεζών ή/και οργάνων της τάξης, αλλά και η απόσυρση της εμπιστοσύνης προς το τραπεζικό σύστημα, η αμφισβήτηση οιασδήποτε εναπομείνουσας επίφασης διαφάνειας στη λειτουργία της αγοράς (αγορά προϊόντων, αγορά κεφαλαίου, αγορά εργασίας) και το δημοσιοϋπαλληλικό Φετίχ, δηλαδή η διεκδίκηση μονιμοποιήσεων πάσης φύσεως «ομήρων» του κράτους που εργάζονται υπό καθεστώς συμβάσεων ορισμένου χρόνου, από τους υπαλλήλους νομαρχιών-δήμων-κοινοτήτων, τους «εκπαιδευόμενους» σε ΔΕΚΟ, τους στετζάκηδες των διαφόρων υπηρεσιών (τα περίφημα προγράμματα stage όπου ισχύει το «σου κάνουν εγγραφή σου κλέβουν τη ζωή») μέχρι τους συμβασιούχους του Υπουργείου «Πολιτισμού» που κλείσανε την Ακρόπολη λες και είναι ο κόμβος της Βιοκαρπέτ.

(Έπρεπε να είχανε φωνάξει για συμπαράσταση τους λεβέντες με τα τρακτέρ από την Κρήτη, που μου ήρθανε στον Πειραιά σαν να κάνανε την απόβαση στην Νορμανδία. Απόβαση στην Παρανομία κάνανε, αλλά τι να τους πεις, τι να πεις στ αφεντικά τους, τί να πεις στους πάτρωνες των αφεντικών τους, τί να πεις στους συμμάχους των πατρώνων, τι να πεις μωρέ, πιες μια ρακή, λεβέντης ήσουνα, λεβέντης θα πεθάνεις, αλλά η λεβεντιά με την αμορφωσιά και το νταβατζιλίκι κάνουν ένα κοκτέηλ που δεν το γουστάρουμε εμείς οι φλώροι οι Αθηναίοι.)

Οι κοινωνικές αυτές τάξεις που αισθάνονται ότι θα επωμιστούν άμεσα ή έμμεσα το κόστος της οικονομικής ανασυγκρότησης, -που δεν είναι κόστος ανασυγκρότησης αλλά σωσίβιο μη πτώχευσης- δεν είναι οι επαγγελματίες και οι επιτηδευματίες, δεν είναι οι δικηγόροι και οι γιατροί, δεν είναι οι ιδιοκτήτες νυχτερινών κέντρων, δεν είναι οι καταστηματάρχες που πουλάνε ρούχα και παπούτσια, δεν είναι οι καφετεριούχοι και μπαρούχοι, δεν είναι οι τζαμάδες, οι υδραυλικοί, οι ηλεκτρολόγοι και οι ελαιοχρωματιστές, δεν είναι τα εργολαβικά συνεργεία, δεν είναι οι ξενοδόχοι, οι εφοπλιστές και οι επιχειρηματίες, δεν είναι οι εισαγωγικοί αντιπρόσωποι, δεν είναι οι τηλεοπτικοί αστέρες, τραγουδιστές, δημοσιογράφοι και περιφερόμενοι πρώην somebodies νυν εξαργυρούντες γερασμένη επιτυχία δρέποντας αρρωστημένες δάφνες υπό καθεστώς υψηλά αμοιβόμενης λειτουργικής αεργίας, δεν είναι τα ρετιρέ των δέκο που μας έχουν κάτσει στο ζβέρκο μισό αιώνα και αναπαράγουν την τάξη τους γεννώντας ηλίθια ελληνόπουλα που μοσχοαναθρεμμένα στις υψηλές αμοιβές που η ελλάδα χάρισε στους μπαμπάδες τους για δεκαετίες υπερίσχυσαν τόσο που πολιτιστικά η χώρα τους ανήκει, μαζί και η φαιδρή εικόνα της.

(Πού πήγαν οι ωραίοι Έλληνες ρε παιδιά? Αμα σας πω ποιούς διαβάζω ποιούς αφήνω να μπαίνουν στο κεφάλι μου, θα έχετε να πείτε κάτι κακό για τον καθένα. Εκεί πήγαν ? Στον κάδο σκουπιδιών της προαιώνιας ελληνικής κομματικομαχίας... Αυτή βγάζει βρώμες για τον καθένα, για όλους, ο τάδε έτσι ό δείνα αλλιώς, ο ράδης διαφορετικώς)...

Τέσπα, πολλά υποστηρικτικά επιχειρήματα της ως άνω εκπεφρασμένης θέσης θα μπορούσα να επικαλεστώ προκειμένου να την καταστήσω υπεράνω πιθανής κριτικής, -μην ξεχνάτε άλλωστε ότι η θέση αυτή μιλάει για μία αντίληψη ενός μέρους της κοινωνίας, και όχι για μία αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα- από στατιστικές μετρήσεις, μέχρι συνεντεύξεις και ψυχομετρικά τεστ πάνω σε δείγμα του εν λόγω πληθυσμού. Η πραγματικότητα είναι και παραμένει ότι οι λιγότερα καλά αμοιβόμενοι μισθωτοί του δημοσίου και κάποια σκλαβάκια του ιδιωτικού –οι περισσότεροι σ’αυτόν- μαζί με ό λ ο υ ς τους συνταξιούχους, έχουν βάσιμες υπόνοιες να πιστεύουν ότι ο γενικής και αορίστου μορφώσεως πρωθυπουργός θα τους κάτσει το παλούκι στο κώλο. [70% των Ελλήνων πολιτών είναι αυταπασχολούμενοι-επιτηδευματίες-επαγγελματίες, μένει 30% ο αριθμός των μισθωτών, εξ αυτών οι μισοί είναι δημόσιοι υπάλληλοι, ο έστι μεθερμηνευόμενον το 15% των ελλήνων πολιτών σηκώνει εισφοροδοτικά και φορολογικά άχθη που αναλογούν στις αμαρτίες των προηγουμένων]

(Όταν άρχισε να γράφεται το κείμενο αυτό, το υπουργείο οικονομικών δεν είχε δημοσιεύσει τη «λίστα στόχων» όπου θα επικεντρώσει όπως λέει την προσοχή του για την πάταξη της φοροδιαφυγής. Μία προσεκτική ματιά δείχνει ότι ο μισθωτός είναι μεταξύ των πρώτων πέντε θέσεων. Αυτή τη λίστα προσωπικά την φοβάμαι περισσότερο απ’ όσο φοβάμαι τη λίστα που έβγαλε η διαβόητη Σέχτα όλα Για όλα Παίχτα. Στην περίπτωση αυτή, φαίνεται, και χωρίς καμία διάθεση αστεϊσμού, ότι το Κράτος είναι ο μόνος «τρομοκράτης» που πληροί τις προϋποθέσεις για την σημασιολογική ένταξη στην ετυμολογία της λέξης)

Το εντυπωσιακό της υπόθεσης είναι ότι σε ένα κοινοποιημένο mail που έστειλε σε μεταπτυχιακούς και καθηγητές και προφανώς σε τεχνοκράτες και ανθρώπους του administration (ενεργού ή και «σκιώδους» -όπως αποκαλείται πλέον επείσακτα από τη βρετανική μιντιακή ορολογία), ο Νίκος ο Κοτζιάς με αφορμή και την παρουσίαση στην Παλαιά Βουλή του νέου του βιβλίου για το εθνικό κράτος και την παγκοσμιοποίηση, παροτρύνει, προτείνει και θέτει το ζήτημα της συμμετοχής της Ελλάδας σε ένα G30, ευρύτερο και δημοκρατικότερο από το G20, στο οποίο προχθές συμμετείχε όσο κι αν αυτό σας φαίνεται περίεργο, ο «καθυστερημένος» και «βάρβαρος» εχθρός της Ελλάδας, η Τουρκία. Δεν μπορούσα να μη γελάσω γλυκόπικρα αφού έχοντας διαβάσει το post του φίλου μου Lak στην Αμετροέπεια, όπου αναλύονται οι θέσεις του Χρήστου Γιανναρά στο «Διάλειμμα Παιγνιώδους Αδολεσχίας» γίνεται προφανές ότι η ιδεολογική άβυσσος που χωρίζει τους δύο μεγάλους διανοητές Κοτζιά-Γιανναρά, δεν αρκεί για να διχοτομήσει το βαθύτερο ενδιαφέρον που και οι δύο εκφράζουν, ο ένας για το ελληνικό κράτος ως συνιστώσα του διεθνούς συστήματος που μπορεί και πρέπει να αναλάβει τον ρόλο του honest broker σε Βαλκάνια και Μέση Ανατολή και ο άλλος για τον ελληνισμό και την οικουμενική πρόταση βίου που κομίζει η ελληνορθόδοξη μήτρα του, έχουσα στην Πατερική της έκφανση σαφή εγγεγραμένα χαρακτηριστικά από την αρχαιοελληνική φιλοσοφική παράδοση.

Γλυκόπικρα γέλασα, αφενός μεν γιατί η πολιτική-διανοητική παράδοση της κυβερνώσας αριστεράς, της ενεργητικής σοσιαλδημοκρατίας, της πράσινης και συμμετοχικής προσέγγισης του στοιχήματος της παγκοσμιοποίησης μέσα από την ανανέωση των εθνικών «χωρητικοτήτων» (capacities) που εκφράζει ο Κοτζιάς στην τριλογία του Καστανιώτη, όσο και η συνολική άρνηση της Δύσης, η εμβάτπιση της νεοελληνικής διανόησης στην οντολογία της σχέσης και της θεολογικής αλλά και πολιτικής έννοιας του προ-σώπου –κατ’αντιδιαστολή προς το δυτικοευρωπαϊκής καταγωγής ά-τομο, που εκφράζει ο Γιανναράς σε όλη τη συγγραφική του πορεία, αποτελούν και οι δύο, κραυγές μίας βαθύτερης ανάγκης, και απόγνωσης της ελληνικής ιντελιγκέντσιας, για το μέλλον της χώρας μας ως κράτους σε ένα κατ’επίφαση συνεργατικό αλλά κατά βάθος ανταγωνιστικό διεθνές σύστημα (Κοτζιάς) και το μέλλον του πολιτισμού που στον τόπο αυτό αναδύθηκε διαχρονικά μέσα από τις αξιοποιούμενες γλωσσικές και φιλοσοφικές μήτρες του λαού των Ελλήνων (αρχαίων και βυζαντινών) (Γιανναράς)

Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον ότι και οι δύο σχολές σκέψης (περισσότερο κόσμοι διακριτοί με διαφορετική οντολογία παρά απλές «σχολές» φιλοσοφίας) επιβεβαιώνουν την από καιρό διατυπωμένη θεωρία του καθηγητή Κ.Θ. Δημαρά περί «φθίνουσας καμπύλης του ελληνισμού», μία εσχατολογικά στοχευμένη παρατήρηση ενός μεγάλου ανθρώπου των γραμμάτων που με τον τρόπο αυτό θέλησε να στηλιτεύσει όχι το προφανές της ελληνικής παρακμής, αλλά την ανυπαρξία της ικανότητας ή την αβουλία μας να αποδεχθούμε την διαχρονικότητα της παρακμής αυτής καθώς και το κουράγιο μας να υπομείνουμε την ολοκλήρωση της καμπύλης μέχρι το απόλυτο σβήσιμο της φωταψίας μας ως λαού και κομιστή προτάσεων σκέψης και πολιτισμού που και στους δύο πολιτιστικούς μας κύκλους τόσο ώς πολυθεϊστές όσο και ως χριστιανοί μονοθεϊστές υπήρξαμε, ή μέχρι την βραδυκίνητη και μακρόχρονη αλλαγή της τάσης προς ένα νέο ιστορικό κύκλο ανόδου.

3

Ο κύριος Παπαθανασίου για να μιλήσουμε ειδικότερα τώρα, ο τελευταίος τρομοτεχνοκράτης (o όρος πάει γραμμή για slang.gr) που περνάει μπροστά από τα μάτια μας μετά από σειρά πολλών άλλων, είναι το νέο ελληνικό αστέρι για τους επόμενους δέκα-δεκαπέντε μήνες (αν δεν γίνουν πρόωρες εκλογές) (που και να μη γίνουν πάλι θα φύγει γιατί δεν έχει εκτόπισμα και προκαλεί μόνο τον γέλωτα η προσπάθεια να τον αποκαλέσει κανείς «τσάρο της οικονομίας» αλήθεια τη θυμάστε αυτή τη λέξη?) είναι ένας «άνθρωπος της αγοράς». Επί μακρόν ασχολείτο με το επιχειρείν στον τομέα ειδών κιγκαλερίας, ενασχόληση που πιθανόν στο μέλλον να του φανεί και χρήσιμη αφού τα κάγκελα της φυλακής είναι για τους λεβέντες. Ο προκάτοχός του κος Αλογοσκούφης, ήταν άνθρωπος αυτού που λέμε academia, είχε θεωρητικό υπόβαθρο και υψηλές γνωριμίες. Οι συμμαθητές του άλλωσε από τα φοιτητικά του χρόνια είναι όλοι μία χρυσή γενιά που μορφώθηκε σε ακριβά πανεπιστήμια όταν ακόμα εδώ ο Θύμιος τριγύρναγε στην Ομόνοια με ένα ντενεκέ λάδι στο δεξί και ένα ντενεκέ φέτα στο αριστερό -πεσκέσι για τους πρωτευουσιάνους συγγενείς του.

Με την απομάκρυνση του ενός και τον ερχομό του άλλου, υπήρξε μία σημαντική ιδεολογική μετατόπιση στο υπουργείο οικονομίας, μία στροφή από αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί society orientated οικονομία προς εκείνο που θα μπορούσε να ονομαστεί market-based οικονομία. Μη βάλετε τα γέλια, δεν εννοώ ότι ο Αλογοσκούφης ήταν σοσιαλιστής, προς θεού. Απλά η επιστημονική και ψυχοδιανοητική του συγκρότησή ήταν κοντά σ αυτήν ενός άλλου προκατόχου τους, του κου Παπαντωνίου, που κι αυτός δεν ήταν σοσιαλιστής αλλά δεν πρέπει να λησμονούμε ότι είχε σοσιαλιστικό discourse αμβλυμένο φυσικά από τα νεοφιλελεύθερα trends των mid ‘90s, που όμως δεν τον εμπόδιζε να αναφέρεται σε κοινωνικά χάσματα πλουσίων φτωχών, κοινωνική αλληλεγγύη, επιδόματα και συντάξεις, και πραγματικά να μη δίνει την εντύπωση ότι κάνει καταναγκαστικά έργα.

Ο κος Παπαθανασίου όμως είναι μία άλλη στόφα ανθρώπου. Αυτός κάνει καταναγκαστικά έργα όταν αποπειράται να μιλήσει για δημοσιες πολιτικές. H πολιτική του ψυχοδιανοητική συγκρότηση είναι κοντόφθαλμα αριθμολάγνα και εμποτισμένη από το φιλελεύθερο υπόδειγμα ομοιάζοντας προς την σημιτική-εκσυγχρονιστική της προ-ΟΝΕ εποχής, η οποία όμως είχε την ποιοτική διαφορά να εμφορείται από μία ιδιότυπη προοδευτική «ευθύνη» και να διώκεται από ερινύες κοινωνικής λογοδοσίας που όμως απουσιάζουν από το σύμπαν του κυρίου Παπαθανασίου. Ο τελευταίος, όντας μακριά από κάθε πολιτική παράδοση κοινωνικών κινημάτων, αισθάνεται την ανάγκη να λογοδοτεί και να απολογείται πρωτίστως στην επιχειρηματική κοινότητα που εκπροσωπεί το ΕΒΕΑ, ο ΣΕΒ και η Γενική Συνέλευση των μετόχων της Εθνικής, Eurobank, Alpha Bank, Πειραιώς καθώς και τα κλειστά κονγκλάβια του Εcofin και του Εurogroup.

Να μην παραλείψουμε φυσικά και όλους αυτούς που στοιχίζονται πίσω και γύρω από την τηλεοπτική εκπροσώπηση που παρέχει το τηλεοπτικό δίκτυο που διευθύνει ο κος Πάνος Μπουσμπουρέλης (Satelite Business Channel, SBC). Το εν λόγω τηλεοπτικό δίκτυο είχε βρεθεί στο επίκεντρο της κριτικής μας σε προηγούμενη ανάρτηση αναφορικά προς τον ρόλο προπαγανδιστικού αναχώματος που έσπευσε να παίξει αυτόκλητα (?) στην μεγαλύτερη οικονομική κρίση του αιώνα, όπως ήταν αναμενόμενο και καθόλου απρόβλεπτο άλλωστε, αφού στις «καλές» μέρες των τεσσεράμισυ χιλιάδων μονάδων του γενικού δείκτη έκανε συστηματικά και με ποσοτικές μετρήσεις «αδιαμφισβήτητης πραγματικότητας» το μιντιακό παπαγαλάκι που εξυπηρετώντας προστάτες αλληλοεξυπηρετεί και τον εαυτό του.

Όλοι αυτοί λοιπόν που βρίσκονται πέριξ του υπουργού οικονομικών, δίνουν τον τόνο και το έναυσμα για απείρου κάλλους δημοσιοδιοικητικές δηλώσεις, -που δεν είναι σοβαρές δηλώσεις αλλά μαργαριτάρια- όπως αυτή που λέει ότι σκοπεύει το υπουργείο να μαζέψει τουλάχιστον τις μισές βεβαιωμένες εισφορές προς το δημόσιο σε ένα πρόγραμμα σκούπα που αντί για αφγανούς λαθρομετανάστες θα πιάνει ελληναράδες φοροφυγάδες που δεν κατάφερε να πιάσει πέντε χρόνια με υπουργό τον Αλογοσκούφη και υφυπουργό τον ίδιο τον Παπαθανασίου αλλά θα τους πιάσει τώρα που τους έπιασε η κωλοπιλάλα που βλέπουν τη χρυσή εικοσαετία της συντηρητικής παράταξης να γίνεται μία ακόμα θλιβερή παρένθεση της «δεξιάς». (όπως την αποκαλούν οι εκφυλισμένοι ρωμαίοι συγκλητικοί του πασόκ και οι εγωκεντρικοί έμμισθοι επαναστάτες της αριστεράς που μέσα στην κρίση θέλουν να βουλιάξει το διπλανό μαγαζί και να τζιράρει το δικό τους αλλά δεν βλέπουν ότι η κατασταση αυτή θα απονομιμοποιήσει συνολικά το πολιτικό σύστημα και μετά θα ψάχνουν για θωρακισμένη μερσεντές που αυτοί δεν ονειρεύτηκαν ποτές την ίδια στιγμή που ο κουκουλοφόρος Οφθαλμός θα γαζώνει με τριακόσες ντουφεκιές το πίσω μέρος μιας θωρακισμένης μερσεντές) (ω ποία σύμπτωσις, είδατε πόσο μοιάζουν αυτά τα δύο τραγουδάκια, έτσι τυχαία μου ήρθαν)...

Το γέλιο λοιπόν και η παιγνιώδης διάθεση του κου Παπαθανασίου θα του κοπεί απότομα όταν καταλάβει ότι αν δεν πετύχει η «διαρθρωτική αναδιοργάνωση του φοροεισπρακτικού μηχανισμού» φερ’ ειπείν τότε θα του συμβεί πιθανώς κάτι πολύ χειρότερο από μία απλή καθαίρεση από το αξίωμα του υπουργού ή μία αποχή από την πολιτική που θα εκμεταλλευτεί ώσπου να καθαρίσει το όνομά του και να επιστρέψει δριμύτερος. Αν δεν πετύχει επίσης το μέτρο της καταβολής της έκτακτης εισφοράς των χιλίων ευρώ τότε πάλι θα δει να του συμβαίνουν πιθανώς τα αναπόφευκτα. Και αναφορικά με την νομιμοποίηση των ημιυπαίθριων χώρων και την επαναφορά των τυχερών παιγνίων με φρουτάκια, δύο κινήσεις χρυσωρυχεία για την κυβέρνηση, τότε πάλι θα δει μπροστά του τα χειρότερα.

Τα χειρότερα θα είναι τελικά να μην καταστεί δυνατό να συμφωνηθεί από τους ευρω-εταίρους η έκδοση του περίφημου ευρωομόλογου ενώ παράλληλα με τον ερχομό του καλοκαιριού να επιβεβαιωθούν οι πιο δυσοίωνες προβλέψεις για τα αναμενόμενα στον τουριστικό κλάδο με αποτέλεσμα -λαμβάνοντας ως δεδομένο ένα παρόμοιο (ή και χειρότερο) με το σημερινό πολιτικό και οικονομικό κλίμα να υποβαθμιστεί περαιτέρω η πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας και να τη δούμε να σέρνεται δεξιά κι αριστερά να γλείφει κατουρημένες ποδιές προκειμένου να αποφύγει α. το έσχατο στάδιο της στάσης των δημοσίων πληρωμών (έγινε στην πορτογαλία), β. του επαχθούς δανεισμού με όρους Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (έγινε στη Ρουμανία και τη Σερβία) γ. Την απερίφραστη και ομολογημένη χρεωκοπία (έγινε στην Ισλανδία).

Επίσης, μέχρι τότε, θα έχει ξεσπάσει τόσο μεγάλη αναταραχή σε όλες τις μεγάλες πρωτεύουσες, με την Αθήνα πιθανότατα να δίνει το έναυσμα για πανευρωπαϊκή εξέγερση καθώς ο αριθμός των ανέργων από την κρίση θα αγγίξει βεβαιωμένα τους 100.000 χιλιάδες και θα βαίνει για ποσοστό της τάξεως του 15% το οποίο και θα αποτελέσει τη μαγιά των φιλήσυχων και «νομοταγών» εκείνων νοικοκυραίων που δεν θα ενδίδουν σε έντεχνες μιντιακές προτροπές «αποδοκιμασίας», «αποτροπιασμού» και «καταδίκης» μίας εξέγερσης πιο δυναμικής και πιο στοχευμένης από αυτήν του Δεκεμβρίου. Η άλλη πλευρά, των τρομοτεχνοκρατών, θα καταφύγει στον εξωτερικό δανεισμό με ευνοϊκό επιτόκιο στη βάση της τοποθέτησης ως ενέχυρου την αγορά πολεμικού υλικού, αεροσκαφών και φρεγατών από τις χώρες που θα σπεύσουν να τη δανείσουν (σχέδιο που έχει ήδη συζητηθεί διερευνητικά).

Αυτό θα οδηγήσει σε μία ραγδαία επιπλοκή της ελληνοτουρκικής «νόσου» (αποφεύγω λατρεμένα κλισέ όπως, «όξυνση των σχέσεων με την Τουρκία», «επιδείνωση των ελληνοτουρκικών σχεσεων», «σενάρια πολέμου στο αιγαίο», [btw όλα διαχρονικά αποφεύγουν επιμελώς το θέμα της μουσουλμανικής μειονότητας] ) η οποία θα τροφοδοτήσει αλυσιδωτά νέες, ανυπολογίστου επκυνδυνότητας πολιτικές. Αυτές καθώς θα γίνονται αντικείμενο ενδελεχούς επεξεργασίας από κύκλους μέσα κι έξω από τα συναρμόδια υπουργεία, αναπόφευκτα θα καταδείξουν ένα πράγμα. Ότι ο δανεισμός της χώρας με ενέχυρό αγορά πολεμικού υλικού είναι αποτελεσματικός και ότι πρέπει να συνεχιστεί και να επισπευστεί. Το καλύτερο βεβαιωμένο κλίμα που θα ευνοήσει έναν τέτοιο αλλά και καλύτερο διακανονισμό είναι η κήρυξη του πολέμου μετά από τουρκική πρόκληση. Αυτό θα επισπεύσει το δανεισμό, την ταμειακή ροή, θα ενισχύσει την ζήτηση στην αγορά της αμυντικής βιομηχανίας των μεγάλων χωρών, θα αποτελέσει άλλοθι, κίνητρο και μέσο για απ’ αόριστον ευνοϊκό δανεισμό, θα δώσει το κοινωνικοπολιτικό και οικονομικό προγεφύρωμα για μία «έντιμη» κήρυξη πτώχευσης και θα αποτελέσει το μοναδικό χαρτί για την καταστολή της εξέγερσης και του πλιάτσικου που θα έχει επακολουθήσει καθώς με τη δικαιολογία της γενικής επιστράτευσης ο στρατός θα παρέμβει επικουρικά στην καταστολή της αστικής εξέγερσης με τα νέα αέρια «ελέγχου πλήθους» για τα οποία μάλιστα έγινε και πρόσφατα επερώτηση στη Βουλή. [δεν θα πω από ποιόν, βρείτε το]

Η οικονομική οπισθοδρόμηση που θα επακολουθήσει θα συνοδευτεί από ένα ακόμη μεγαλύτερο πρόγραμμα ευρωπαϊκής ανασυγκρότησης της ελληνικής οικονομίας που θα βοηθήσει να πέσει στα μαλακά το καλό παιδί που βοήθησε τις μεγάλες δυνάμεις να κόψουν τα πόδια της υπερβολικά ανερχόμενης και επικίνδυνης περιφερειακής δύναμης, και να τις απαλλάξει και από πλήθος προβλημάτων για τα οποία οι διάφορες ελίτ θα σπαταλούσαν τόνους φαιά ουσία για να λύσουν υπό άλλες περιπτώσεις.

Aυτό είναι το αισιόδοξο σενάριο. Το απαισιόδοξο είναι να κηρύξουμε πρώτα στάση πληρωμών και πτώχευση και μετά από αυτά η Τουρκία να μας κηρύξει τον πόλεμο με αφορμή την απελευθέρωση των μουσουλμάνων αδελφών της Θράκης τους οποίους η Ελλάδα «οδηγεί στην εξαθλίωση» (τούρκων θες, τούρκων θα πω, τί θες και τί δεν θες ουδεμία σημασία έχει ευρωπαίε έλληνα αδερφέ αφού το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με απόφασή του δικαίωσε τον «αγώνα τους για αυτοπροσδιορισμό») και μετά άντε να τρέχουμε στην Ιταλία να γλιτώσουμε την επιστράτευση.

Προσωπικά λοιπόν σαν Τίμος Ράδης, σας συνιστώ να κάνετε τα εξής: Καταρχήν ενσωματώστε κάθε περιουσιακό σας στοιχείο μέσα σε τίτλους ιδιοκτησίας, ικανούς να μεταφερθούν, να διαβαστούν και να γίνουν αντικείμενο επεξεργασίας από μεγάλους οικονομικούς οργανισμούς, χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, και ξένες δημόσιες υπηρεσίες. Αυτό συμβαίνει να βρείτε τα συμβόλαια των ακινήτων που κατέχετε, οικοπέδων και αγροτεμαχίων, και μεταφράστε τα σε μία διεθνή γλώσσα αν μπορείτε και έχετε την οικονομική δυνατότητα. Εξαργυρώστε ή ακυρώστε κάθε τραπεζικό και χρηματοοικονομικό προϊόν που δεσμεύει τα χρήματά σας. Τέτοια προϊόντα είναι οι προθεσμιακές καταθέσεις και οι πιστωτικές κάρτες. Πουλήστε ό,τι μετοχές έχετε, ειδικά αυτές που νομίζετε ότι σε αυτές τα λεφτά σας είναι ασφαλή. Τέτοιες είναι, η τράπεζα της Ελλάδος και η μετοχή της Εθνικής που θα φύγει πρώτη για βρούβες αν ξεσπάσει θερμό επεισόδιο κι ακόμα χειρότερα, ένας γενικευμένος πόλεμος δέκα-δεκαπέντε ημερών. Στην περιπτωση αυτή θα καταρρεύσουν οι μετοχές ό λ ω ν των τραπεζών αφού όσοι δεν έχουν σηκώσει τα χρήματά τους θα σπεύσουν να το κάνουν μαζικά. Χωρίς καταθετική βάση, δηλαδή χωρίς τα λεφτά που οι πελάτες μιας τράπεζας κρατάνε σε λογαριασμούς όψεως ή προθεσμιακούς η τράπεζα δεν μπορεί να δανειστεί, δεν μπορεί να δανείσει, δεν μπορεί να πουλήσει, δεν μπορεί να αγοράσει και τελικά καταρρέει. Οι μετοχές στις οποίες π ι θ α ν ό ν τα χρήματά σας να μην κινδυνεύουν είναι οι εταιρείες μετάλλων, χαλυβουργικές, βαριές βιομηχανίες, και η μετοχή του Τιτάνα. Όλα τα άλλα θα καταρρεύσουν εν μία νυκτί.

Ο Πόλεμος με την Τουρκία θα επιφέρει ραγδαία πτώση των τιμών των ακινήτων, στοιχείο που θα επισπεύσει ή/και θα οριστικοποιήσει την κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας (μαζί με πολλά άλλα φυσικά). Κρατήστε υπόψιν ότι το ενεργητικό των μεγάλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων της χώρας μας συνεκτιμάται από την τρέχουσα τιμή των ακινήτων που αυτά κατέχουν. Τα πάντα θα έχουν zero value με ο,τι αυτό συνεπάγεται. Για τον λόγο αυτό εξασφαλίστε ρευστότητα για σας και την οικογένειά σας πουλώντας σε ανύποπτο χρόνο ό,τι ακίνητο βρίσκετε στην κατοχή σας, σπίτι, οικόπεδο, ή αγροτεμάχιο, αποθήκη πολυκατοικίας, ή ακόμα και θέσεις πάρκινγκ. Τέλος, κάντε το σημαντικότερο. Μην υποκύψετε στις ψυχολογικές πιέσεις να κάνετε τα λεφτά σας χρυσές λίρες γιατί οι εποχές άλλαξαν και οι πιθανότητες το ενιαίο ευρωπαίκό νόμισμα να κινδυνέψει από πληθωριστικές πιέσεις είναι απειροελάχιστες. Φυσικά, και να το κάνετε δεν θα πάθετε και τίποτα Απλά μπορεί πάνω στην αναμπουμπούλα να αναγκαστείτε να «χρυσοπληρώσετε» τα πιο απλά καθημερινά είδη για το νοικοκυριό, όπως παραδείγματος χάριν, ένα κιλό ψωμί, ένα πακέτο μακαρόνια, ένα κιλό αλεύρι, ή μία τουρκική σημαία.

4

Το γεγονός ότι η ελληνική παρακμή βρίσκεται εν εξελίξει, σε ένα ελικοειδές σπειράλ που παρασέρνει στη δίνη του τον ελληνισμό τόσο του κράτους της Ελλάδας όσο και αυτόν της διασποράς, η φωνή του οποίου χάνεται κάπου στο δρόμο ή στην καλύτερη περίπτωση φιλτράρεται μέσα από ένα περίεργο μείγμα ελληνικών οικογενειακών ηθών της δεκαετίας του ’50 μαζί με στερεοτυπικά αναφορικά πρότυπα της μετεμφυλιακής Ελλάδας τα οποία σε μεγάλο βαθμό ακόμα διαμορφώνουν την πολιτική άρθρωση των ομογενών, το γεγονός ότι η πολιτική σκηνή έχει αφεθεί να ρημάζεται από το κοινοβουλευτικό ανέκδοτο των 150+1 βουλευτικών αντιπροσώπων που νομοθετούν απονομιμοποιημένοι θυμίζοντας το ρητό «είπαμε του γύφτου να κλάσει κι αυτός χέστηκε πάνω του», και η διεμβολή των πολιτικών αξιών και του δημόσιου βίου από ένα ρεσάλτο μεταλλαγμένων και καινοφανών αξιών που επίφαση μόνο πολιτικών και δημοκρατικών αξιών συνιστούν, έχουν να καταδείξουν ότι η γενικευμένη διεθνής κρίση που χτυπάει μαζί με άλλες χώρες και την Ελλάδα, αυτήν εδώ τη χώρα σε αυτήν εδώ τη γωνιά του κόσμου θα τη γονατίσει.

Η αδυναμία των ελίτ να προβλέψουν ή ακόμη και να αναγνωρίσουν το ενδεχόμενο ανάδυσης στην Ελλάδα μίας ικανής δεξαμενής ψηφοφόρων –μορφωμένων, οικονομικά ενεργών, πολιτικά αδιάφορων αλλά σίγουρα όχι κοινωνικά περιθωριοποιημένων (όπως πολλοί έσπευδαν να διαβεβαιώνουν), που ήταν διατεθειμένοι να στηρίξουν εκλογικά μία άκρα και λαϊκιστική δεξιά με προσβάσεις στα μίντια, επικαιροποιημένο πολιτικό λόγο και ενθουσιασμό στο Κοινοβούλιο, όπως είναι η διαβόητη Ιερά Συμμαχία των Καρατζαφέρη, Βορίδη, Γεωργιάδη, Πλεύρη και των τηλεοπτικών ιπποκόμων τους, Κυριάκου Βελόπουλου και Δημοσθένη Λιακόπουλου που χειραγωγούν με τον εξυπνότερο και άρα τον πιο επικίνδυνο τρόπο το κοινό πολιτικό αίσθημα μιας χούφτας αγανακτισμένων Ελλήνων -που όμως ήταν αρκετοί για να στείλουν το κόμμα του Λαϊκού Ορθόδοξου Συναρχιδιού στη Βουλή των Ελλήνων, ήταν το πρώτο από μια σειρά δεικτών που ο γραφων μεγαλώνοντας και ενηλικιωνόμενος είχε από πολύ νωρίς διακρίνει σε συζητήσεις του με ανθρώπους του πανεπιστημιακού academia. Διάσημοι ή φερέλπιδες ακαδημαϊκοί όπως ο Αριστοτέλης Τζιαμπίρης του Πανεπιστημίου Πειραιώς, πνευματικό τέκνο του Θεόδωρου Κουλουμπή, αρνείτο συστηματικά να παραδεχτεί το ενδεχόμενο ανόδου μίας πολιτικής ζύμωσης η φαινομενολογία της οποίας στα πρώτα χρόνια του 2000 περιοριζόταν σε φαιδρές και κορωνίζουσες τηλεοπτικές εκπομπές και ακόμα περισσότερο σε φαιδρά και στοιχειωμένα «συνέδρια» σε αίθουσες «κατάμεστες» από εκδρομικά καπή και γυρολόγους της πέριξ της πλατείας Ομονοίας περιοχής.

Ο δε Νίκος Κοτζιάς, αποτελεί και αυτός παράδειγμα εμβριθούς πνεύματος με μεγάλη διεισδυτική ικανότητα, ο οποίος όμως και αυτός απορροφημένος στην ιδεολογική κατασκευή ενός εγχειριδίου οδηγιών προς ναυτιλομένους βάσει του οποίου κατά τον ίδιο οφείλει να πλεύσει η νέα και προοδευτική μορφή της «άλλης» παγκοσμιοποίησης, ήταν ίσως πολύ απορροφημένος με τα διεθνή για να παρατηρήσει τα αυτονόητα που εκτυλίσσονταν στα καθ’ημάς. Λόγιοι άνδρες ποικίλων ιδεολογικών ή πνευματικών αποχρώσεων όπως ο Θάνος Βερέμης, ο Χρήστος Γιανναράς, ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, ο Νίκος Μουζέλης, ο Στέλιος Ράμφος, ο Κώστας Ζουράρις, ή ακόμα και πρώην «ενεργοί» πολιτικοί όπως ο Κώστας Σημίτης, ο Αναστάσιος Πεπονής, ο Αλέκος Παπαδόπουλος ή ο Μιλτιάδης Έβερτ, αφοσιωμένοι στις ενδο-ακαδημαϊκές, εξω-ακαδημαϊκές, ή αυστηρά ακαδημαϊκές ασχολίες, ή στις ενδο-πολιτικές, εξω-πολιτικές, παρα-πολιτικές ή αμιγώς «πολιτικές» ασχολίες, σίγησαν με πρωτοφανή κρότο, υποβοηθώντας ακούσια τη σύσταση ενός πρωτοφανούς κενότητας αλλά μεγάλης χωρητικότητας «σκληρού δίσκου» του συλλογικού κοινωνικού φαντασιακού των Ελλήνων μέσα στο οποίο θα εγγράφονταν έκτοτε οι πομφόλεγες περί εξωγήινης (και άρα ανώτερης) καταγωγής των Ελλήνων ή ότι πόλεμος στον Κόλπο έλαβε χώρα προκειμένου να αποσφραγιστούν τα πηγάδια που οδηγούν στα έγκατα της γης μέσα στα οποία είχε φροντίσει να κρατήσει κλειδωμένους τους Υποχθόνιους ο Μέγας Αλέξανδρος. Υπ’αυτήν την ένννοια είναι παρήγορη η σκέψη ότι ο Μέγας στρατηλάτης μπορεί να είναι σλαβομακεδονικής καταγωγής αφού μονάχα οι Σλαβομακεδόνες του κρατιδίου των Σκοπίων μπορεί να είναι τόσο μαλάκες ώστε να πιστεύουν τέτοιες ανοησίες συνοδευόμενες από πολλές άλλες που μάλιστα δεν παραλείπουν να υποστηρίζουν στα διεθνή fora.

H ακούσια συνέργεια της ελληνικής διανόησης στην πτώση του ήδη εκπεσόντος νεοελληνισμού, αποτυπώθηκε πέραν των προφανών πολιτισμικών ζητημάτων που τίθενται πρώτα στην ατζέντα, και στο πεδίο εκείνο που παραδοσιακά θεωρούσαμε ότι ο νεοέλληνας έχει την τιμητική του και ότι διαπρέπει ακριβώς επειδή είναι ελληναράς. Το πεδίο της ρεμούλας, της κομπίνας και της ιδιοτέλειας. Οι πνευματικοί και πολτισμικοί ταγοί του τόπου μας, στην απέλπιδα και αποσπασματική τους προσπάθεια να εμφυσήσουν στον έλληνα αξίες που το εκπαιδευτικό και πολιτικό σύστημα έχει ομολογουμένως αποτύχει να προάγει, δημιούργησαν ένα υβριδικό είδος πολίτη, αυτόν που μάχεται να επιπλεύσει και να διάγει βίο ενάρετο αλλά τελικά χύνει την καρδάρα με το γάλα και τελικά μεταμορφώνεται σε έναν πλιατσικολόγο του δημοσίου πλούτου καταλήγοντας να τα παίρνει κάτω από το τραπέζι και να προδίδει αυτούς που τον στήριξαν , αυτούς που τον πίστεψαν, αυτούς που τον ψήφισαν. Το γεγονός ότι πλήθος σκανδάλων έρχονται στη δημοσιότητα από την εποχή που η νέα δημοκρατία πήρε την εξουσία, εκτός από το προφανές του πράγματος που είναι ότι δεν ασκεί έλεγχο ή/και λογοκρισία στα μεγαλοεκδοτικά και δημοσιογραφικά συγκροτήματα στην έκταση και τον βαθμό που παραδοσιακά βρίσκεται ο μέσος όρος επιδόσεων του πασόκ στο αντίστοιχο «άθλημα», αποδεικνύει ότι πλήθος στελεχών της δημόσια διοίκησης όχι μόνο είναι προαποφασισμένοι να κάνουν αρπαχτές, αλλά είναι και ανίκανοι να το κάνουν χωρίς να τους πιάσουν, αποδεικνύοντας έτσι πόσο περισσότερο malakas μπορεί να γίνει ένας ξεπεσμένος λαός που δεν μπορεί να υπηρετήσει με συνέπεια κανένα συμπεριφορικό υπόδειγμα (behavioral paradigm).

Στην ελικοειδή δίνη του σπιράλ της παρακμής έχουν αποφασιστικά συμβάλλει και οι δυνάμεις της αριστεράς. Το Κομμουνιστικό Κόμμα που κρατάει μία «συνεπή» γραμμή όλα αυτά τα χρόνια, όπως μάλιστα του αναγνωρίζουν και όσοι δεν ανήκουν στις τάξεις του, είναι απόλυτα συνεπές στη γραμμή του να υπερασπίζεται με ηλιθιότητα παρωχυμένες αντιλήψεις όπως είναι για παράδειγμα η «εργατική» αλληλεγγύη σε εργαζομένους της νοοτροποκάστας του δημοσίου τομέα, που πλέον ξύνουν τα παπάρια τους με κασμά γιατί η τσουγκράνα αφήνει κενά ή ακόμη η εργατική αλληλεγγύη και πολιτική υποστήριξη προς άγραν κομματικής πελατείας σε πάσης φύσεως διεκδικητές μονιμοποιήσεων σε προβληματικούς τομείς του δημοσίου (πες μου κάποιον που να μην είναι), και ανεπίκαιρες αυξήσεις μισθών ή καταγγελίες απολύσεων σε καταρρέουσες ιστορικές επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα που απετέλεσαν δείγματα της ελληνικής εταιρικής εφευρικότητας και όχι του παγκόσμιου συνωμοτούντος πολυεθνικού καπιταλισμού που οι ίδιοι αγαπούν να στηλιτεύουν ενώ νοηματοδοτούνται, εργάζονται και επικαιροποιούν την ύπαρξη τους δι’αυτού. Αυτό επισημαίνει την αναντιστοιχία της πολιτικής τους σκέψης με την πραγματικότητα, ενώ κάθε φορά που επιχειρούν να μιλήσουν περί του αντιθέτου, παραβιάζουν πλέον καταφανώς την βίντγκεσταϊνική αρχή που διατυπώθηκε στο tractatus logico-philosophicus, όπου ο μέγας διανοητής με τον οποίο διατηρώ σχέση πλείστων επιφυλάξεων είχε την παρρησία να πει ότι «κάθε τι που δεν λέγεται, δεν αξίζει να ειπωθεί».

Οι δε τάξεις της ανανεωτικής αριστεράς του Συνασπισμού, κουβαλώντας στο δισάκι τους την υποστήριξη του Μααστριχτικού οράματος για μία καπιταλιστική Ευρώπη, αφού σηκώθηκαν από το ντιβάνι του ψυχαναλυτή και αποφάσισαν να ηγηθούν της μέχρι άλλοτε πολυδιασπασμένης εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, συνενωμένης υπό την σκέπη της συριζικής συγκατοίκησης, δημιούργησαν περισσότερα προβλήματα από όσα η ατελώς εξωστρεφής αύρα του κόμματος μπόρεσε να επιλύσει, αφού τους προίκισε αρχικά με στοιχειώδεις ικανότητες διαπροσωπικής και κομματικής κοινωνικοποίησης που τελικά φαίνεται ότι παραχώρησαν τη θέση τους στο φατριασμό και τα συντροφικά μαχαιρώματα. Στα πάνω του ο Σύριζα, μεταμορφώνεται σε πρόταση εξουσίας. Στα κάτω του είναι μία συνάθροιση από ανερμάτιστους new age καιροσκόπους που λένε παρλαπίπες. Όπου λαλούν πολλοί κοκκόροι αργεί να ξημερώσει, λέει ο λαός.

Κλείνοντας αυτό που θέλω να πιστεύω ότι είναι και δική μου ομολογία ενοχής όχι ως Τίμου Ράδη αλλά ως (real name), πρέπει να επισημάνω ότι και εγώ o ίδιος στον βαθμό που μου αναλογεί έχω βοηθήσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο όλα τα κόμματα που προανέφερα να βρεθούν στο σημείο που έχουν βρεθεί. Υπήρξα εν μέσω ενός ανταγωνιστικού περιβάλλοντος φιλικά συνδεόμενος με στελέχη του πασόκ, συμμετείχα υπό την ευρεία έννοια στο πελατειακό κράτος της νέας δημοκρατίας, υπήρξα συνεργαζόμενο μέλος του κομμουνιστικού κόμματος σε κοινούς αγώνες, προήγαγα τον συνασπισμό σε επίπεδο προπαγάνδας σε ιδεολογικούς καφέδες με διάφορους φίλους, χειροκρότησα το πείραμα του σύριζα και συμμετείχα κινηματικά υπό την ευρεία έννοια, αναμένοντας να δώσω ακόμα και την ψήφο μου όταν θα ερχόταν η ώρα της αναγωγής του κινήματος σε πρόταση εξουσίας, ψήφο που άλλωστε είχα ήδη δώσει άπαξ στο ΛΑΟΣ, παραβιάζοντας πνευματικές διαθήκες και ερχόμενος σε συναισθηματική σύγκρουση με τα πεπραγμένα του αγαπημένου μου παππού του μπάρμπα-Γιαννό που υπήρξε μέλος της Εθνικής Αντίστασης, «συρματένιος» στη Μέση Ανατολή και δις εξόριστος στην ζωή του.

Η πολιτική και η ενασχόληση με τα κοινά είναι μία σοβαρή υπόθεση και ως τέτοια πρέπει να την εκλαμβάνουμε. Πρέπει όλοι να κάνουμε την αυτοκριτική μας, και να βγάλουμε στο φως τις αδυναμίες μας, τις αδυναμίες εκείνες που εντέλει φορτώνονται πάνω στο σύνολο. Γιατί κανένας δεν ορίζεται ατομικά, αλλά μόνο σε σχέση με τον άνθρωπο που έχει απέναντι του. Πρέπει να μετακινηθούμε φιλοσοφικά από το αριστοτελικό ζώον πολιτικόν, σε αυτό που στο εξής θα πρέπει να ονομάζουμε, πολιτικό πρόσωπο.

Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2009

Tα Κρατικά Παράγωγα (Revolution Futures) και οι Συλλήψεις του Κράτους της Δεξιάς

Timos Radis

Μήπως τελικά το κράτος έχει στην κατοχή του κάποια ιδιότυπα κοινωνικοπολιτικά μέσα που προσομοιάζουν πολύ στα προϊοντα των χρηματοπιστωτικών αγορών που ονομάζονται παράγωγα? Μήπως με αυτά τα χρηματοοικονομικά εργαλεία το κράτος προβαίνει σε αντιστάθμιση κινδύνου? Ονομάζω τα προϊόντα αυτά Παράγωγα Κοινωνικής Αντίδρασης ή αλλιώς Revolution Futures, κι αν δεν υπάρχουν θα έπρεπε να είχαν εφευρεθεί.

Ας δούμε πρώτα τι είναι αυτά τα παράγωγα, με τον ίδιο τρόπο που το 1990 μαζεύονταν έξω απ’τα μακ ντόναλντς Μόσχας για να δουν τί είναι αυτό το καταραμένο το μπούργκερ.
Στο 1ο μέρος των πολιτικών ο Αριστοτέλης, παρουσιάζει μια εμπεριστατωμένη ανάλυση της συγκέντρωσης πλούτου –γι’αυτόν όλα είναι φιλοσοφία, και τα χρηματοοικονομικά και η οικονομία συνολικά και για να το αποδείξει χρησιμοποιεί το παράδειγμα του Θαλή του Μιλήσιου ο οποίος σκαρφίστηκε κάτι που αιώνες μετά μας κάνει και το συζητάμε. Και ενίοτε προκαλεί όχι απλά συζήτηση αλλά εγκεφαλικό στην παγκόσμια οικονομία, αφου τα παράγωγα είναι playground των κερδοσκόπων, και θεωρείται κατά την επικρατέστερη θεωρία ότι αυτά ευθύνονται και για τα 120$ το βαρέλι, και για τα 1000$ η ουγγιά του χρυσού και για την άνοδο ρυζιού-σιτηρών και εν πάσει περιπτώσει ξεκινούν αντισταθμιστικά αλλά μετά φέρνουν ταχυπαλμίες στην οκονομική αναπνοή.

Ο κόσμος λοιπόν κορόιδευε τον Θαλή επειδή ήταν φτωχός, και του λεγε σε απλά ελληνικά να την χαίρεσαι την φιλοσοφία σου γεροπερίεργε, αλλά δεν γεμίζουν το στομάχι οι φιλοσοφίες σου, it’s all about the money. Εκείνος ένα χειμωνιάτικο βράδυ, διάβασε τα άστρα, -βλέπεις έδινε βάση σ αυτά όπως και πολλοί έγκριτοι της εποχής, -αναρωτιέμαι γιατί άραγε αφού σήμερα η επιστήμη κράζει την αστρολογία- και είδε ότι η συγκομιδή ελιάς το επόμενο φθινόπωρο θα ήταν πολύ μεγάλη, -άκουσον άκουσον!..και πήρε τα λεφτουδάκια που είχε ο κακομοίρης και πήγε κρυφά στα ελαιοτριβεία της περιοχής και σε καθένα απ’αυτά άφησε ένα ποσό έναντι εγγύησης, ότι θα είχε αν το ήθελε προτεραιότητα το επόμενο φθινοπωρο.

Όταν έφτασε ο καιρός για τη συγκομιδή η οποία πράγματι ήταν μεγάλη και όλα τα ελαιοτριβεία είχαν πολύ μεγάλη ζήτηση, ο Θαλής πούλησε τα δικαιώματα χρήσης των ελαιοτριβείων σε μεγαλύτερη τιμή απ’ότι τα είχε αγοράσει με κείνη την προκαταβολή, η οποία ήταν προφανώς μικρότερη από το ποσό που τώρα ζητούσε για να παραχωρήσει τη σειρά του σε κάποιον άλλο που επειγόταν να χρησιμοποιήσει την πέτρα στο λιοτρίβι.

Κ ύστερα έρχεσαι και μου λες εσύ να μην πιστεύω τα άστρα γιατί λένε γενικότητες- όχι γενικότητες, κοτζάμ business plan μπορείς να σκαρφιστείς αν δεν είσαι biased...
Tα ιδιότυπα αυτά εργαλεία των κρατικών risk managers, έχουν τόσο σύνθετα μαθηματικά μέσα τους που δεν τα καταλαβαίνουν ούτε οι ίδιοι. Ως αποτέλεσμα, ο κίνδυνος εσωκλείεται μέσα στο δομημένο προϊόν μέ τέτοια διασπορά, που δεν ξέρεις καν που βρίσκεται. Νομίζεις ότι δεν υπάρχει, ότι τον εξαφάνισες, ότι εξαϋλώθηκε μέσα σε σταθμισμένες τοποθετήσεις που έχουν τέτοια αρμονία και διασπορά σαν όμορφο μπουκέτο από κυκλάμινα και ζέρμπερες που ενωμένα στην αρχή μετά ανοίγουν επιβλητικά και φτιάχνουν εντυπωσιακές ανθοδέσμες. Όμως ο κίνδυνος που νόμιζες ότι εξαφανίστηκε, πριν σου δώσει τις αποδόσεις που περιμένεις, βγάζει μερικές δολοφονίες.

Η ανθοδέσμη αυτή που διαχέει το άρωμά της παντού στην ατμόσφαιρά, κρύβει μέσα της περίεργες αλήθειες. Αλήθειες από τη μία, και ψέμματα από την άλλη. Τα μαθηματικά που μοντέλα που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή μερικών από τα πιο σύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα της παγκόσμια αγοράς και τα οποία έκρυψαν μέσα τους τις υψηλές επισφάλειες των αμερικάνικων τραπεζών καθώς και πολλές άλλες οικονομικές μαύρες τρύπες (black holes) και που αγοράστηκαν από πρόθυμους ηλίθιους μέσα στους οποίους ανήκει και το ελληνικό δημόσιο, περιείχαν μέσα τους στοχαστικά μαθηματικά μοντέλα από την μικροσωματιδιακή φυσική. Τόσο προχωρημένα ήταν.

(Το κατά πόσο ρεαλιστικά μπορούν να περιγράψουν την κίνηση των συνιστωσών του διεθνούς καπιταλισμού τα εργαλεία με τα οποία οι επιστήμονες περιγράφουν την κίνηση των στοιχειωδών μικροσωματιδίων είναι ένα ερώτημα, έχουμε θέμα εδώ, τρανταχτά γέλια και αποδοκιμάζουμε κυνικά ή σουφρώνουμε φρύδια και στρώνουμε κόκκινα χαλιά στην νέα ολιστική «επιστήμη»?)

Τόσο προχωρημένη λοιπόν όσο και η «επιστήμη-προφήτης» ήταν και εδώ η δίψα για εύκολο-γρήγορο κέρδος των επικουρικών ταμείων του δημοσίου, που σαν ιππότες της φιλοσοφικής λίθου των διεθνών οικονομικών αλχημιστών, αγόρασαν δομημένα ομόλογα με κάλλιο δέκα και καρτέρι παρακούοντας τις συμβουλές του παππού και της γιαγιάς. Ήταν ακόμη μερικά από τα δέκα κορόϊδα που γεννιούνται στην ελλάδα όταν πεθαίνει το ένα που είδαν πολλά κεράσια και δεν πήραν μικρό καλάθι, ενώ στο τέλος τους έφαγαν οι κότες γιατί έμπλεξαν με τα πίτουρα. Σήμερα μετά την θλιβερή μας εμπειρία που έγινε παγκόσμιο replay, λαλούν πολλοί κοκόροι και φοβάμαι ότι θα αργήσει να ξημερώσει. Μπήκε κανένας φυλακή? Γιατί δεν τους γλιστράμε ένα τσιγαριλίκι στη τσέπη του σακακιού να φάνε δύο χρόνια μπαμπάμ?

Το ελληνικό κράτος πήρε την αντιστάθμιση κινδύνου (hedging) και την έκανε total greek. Για αρχή, την πήρε από το πεδίο εφαρμογής της, δηλ τα οικονομικά των κεφαλαιαγορών, και την πέταξε στην πολιτική σκηνή. Η ελλάδα άξαφνα γέμισε προβλεπτικότητα, που ούτως ή άλλως είχε σε καφενειακή μορφή με κουβέντες μουστακαλίδικες και προφητείες κομπολογιακές, αλλά τώρα πήγε σε ένα επίπεδο με συντελεστές πάμεστοίχημα ένα κόμμα οχτώ και δύο κόμμα τέσσερα, και πολύ περισσότερο μετά την οικονομολάγνα εποχή μας, προθεσμιακά συμβόλαια και δικαιώματα προαίρεσης.

Ετσι λοιπόν όπως υπάρχει μία οικονομική προσδοκία εν αναμονή ενός γεγονότος, όπως μία μεγάλη σοδειά ας πούμε, ή μία εξαιρετική διακύμανση ενός εμπορεύσιμου τίτλου (μετοχή), τότε στην αγορά παραγώγων δημιουργούνται ευκαιρίες στην βάση της πρόβλεψης της μελλοντικής αυτής τάσης που θα δώσει κέρδη στον μεγάλο προφήτη. Το κράτος αντίστοιχα, μεταφράζει την οικονομική προσδοκία με ορους κρατικότητας και την κάνει προσδοκία κοινωνικοπολιτική, ένα φαινόμενο που θα αναπτυχθεί, κερδοφόρο ή καταστρεπτικό για τη θέση του. Η θέση του αυτή θεωρείται δεδομένη και οι συντεταγμένες της περιγράφονται μονίμως κάπου ανάμεσα στο φάσμα των δύο εναλασσόμενων κομμάτων εξουσίας με όμοια βασικά αντανακλαστικά στην κρατική καταστολή για την επιβολή της «κοινωνικής ειρήνης».

Όταν λοιπόν προσδοκά κοινωνική έγερση, κοινωνική αντίδραση, μαζικές διαδηλώσεις, όταν in other words πιστεύει ότι μπορεί να αρχίσει να χάνει τη γη κάτω απ’τα πόδια του τότε φροντίζει να έχει στο χαρτοφυλάκιο του μερικά παράγωγα Επανάστασης (Revolution Futures). Ανάλογα προϊόντα υπάρχουν για τους αγρότες, όπως παράγωγα βροχοπτώσεων, όπου σε περίπτωση ακραίων καιρικών συνθηκών, έχουν κλείσει προθεσμιακά συμβόλαια πώλησης προϊόντων που αυτοί επιθυμούν να μοσχοπουλήσουν παρά την πτώση προστατεύοντας τους εαυτούς τους, ενώ οι διάφοροι αγοραστές περιμένουν να πάρουν κοψοχρονιά γιατί έχουν διαφορετική πρόβλεψη από αυτήν του πωλητή.

Το ελληνικό κράτος φροντίζει να διατηρεί «δικαιώματα προαίρεσης» να κατεβάσει τους μπάτσους στο δρόμο, να σπάσει τους διαδηλωτές στο ξύλο, να σπιλώσει τίμιους αγώνες με τρομοκρατική λάσπη και όλα αυτά εν όψει της πρόβλεψης ότι τα πραγματα θα πάνε άσχημα, ότι δεν θα πουλήσει το προϊόν του. Ένα προίόν που εν προκειμένω δεν είναι οι ελιές του Θαλή αλλά η επαναβεβαίωση της κρατικής ταυτότητας σε μία εποχή όπου λόγω εσωτερικών ή και διεθνών συγκυριών αυτή αποδομείται.

Η ίδια η συγκροτησιακή ιδιοσυστασία του ελληνικού κράτους από τον πρωτεϊκό συνταγματικό της πυρήνα μέχρι και το νομικοπολιτικό-θεσμικοοικονομικό εποικοδόμημα της, εγγεγραμμένα και τα δύο εξίσου σε έναν αστικό γεννετικό κώδικα, συναρτούν καίρια την ιστορική τους αναπαραγωγή από την παρεχόμενη προς αυτά υποστήριξη εκ μέρους του αυταρχικού ιδιοπροσωπείου των μηχανισμών καταστολής.

Η ηθικοπολιτική νομιμοποίηση της αυταρχικότητάς με την οποία βάλουν εναντίον της λαϊκής αντίδρασης (αυταρχικότητα που είναι τόσο πιο βίαιη, όσο περισσότερο αυθόρμητη, λιγότερο «οργανωμένη», πραγματικά λαϊκή και γνήσια διεκδικητική είναι η αντίδραση), είναι μία νομιμοποίηση που είναι επιτακτικό, αφού εκχωρηθεί αποτυπωνόμενη στην πρωτεϊκή αστική θέσμιση να επαναδιατυπώνεται τόσο σε καιρό ειρήνης όσο και σε καιρό κοινωνικών αναταραχών γιατί πάνω σε αυτήν εδράζεται η απρόσκοπτη λειτουργία των περίφημων κρατικών λειτουργίών, των τριών συνταγματικών εξουσιών, της εκτελεστικής, βουλευτικής, και δικαστικής.

Χωρίς νομιμοποίηση των μηχανισμών καταστολής, ένας αρεοπαγείτης φερ’ειπείν δεν μπορεί ποτέ να αισθάνεται απόλυτα ασφαλής ότι ένας αντεξουσιαστης δεν θα τον ξηλώσει από την έδρα του, ή ένας βουλευτής που υπέγραψε κατάπτυστο νομοσχέδιο ότι δεν θα του βάλουν γκαζάκια στο αμάξι, ή οτι ο υπουργός οικονομίας δεν θα φάει πρόβειο-αγελαδινό στη μούρη κατα τη διάρκεια μίας από τις ομιλίες του.

Επίσης χωρίς μηχανισμούς καταστολής, ο συνταξιούχος θα μπουκάρει στο σπίτι του υπουργού να πάρει φάρμακα από το ντουλαπάκι του μπάνιου του και μετά να πάει και μια βόλτα απ’ τη κουζίνα του να ανοίξει το ψυγείο μπας και βρει κάτι που να μην είναι λαδερό, μια καπνιστή μπριζόλα ας πούμε, λίγο κίτρινο γαλλικό τυρί κι ένα καλό κρασάκι.

Χωρίς τους ίδιους μηχανισμούς καταστολής, σε όλη την αθήνα μπουλούκια ολόκληρα από «ξεβράκωτους παρίες» θα έπεφταν με λύσσα πάνω σε αυτοκίνητα με βουλευτικές/διπλωματικές πινακίδες, θα έκαναν πλιάτσικο σε βιτρίνες πολυκαταστημάτων, και θα έκαιγαν μνημεία ενός πολιτισμού που φωτίζει τα λευκά μάρμαρα της Ακρόπολης περισσότερο απ’ότι φωτιζει τα μυαλά των νεαρών παιδιών που ζουν στη σκιά της.

Το μόνο πρόβλημα με τα Παράγωγα Επανάστασης (Revolution Futures) είναι ότι για να προσφέρουν αυτήν την τόσο «άνετη» εναλακτική στο Κράτος, δεν είναι επειδή στη δομή τους κρύβουν έναν «απλό» μαθηματικοποιημένο σταθμισμένο κίνδυνο, αλλά ένα γνήσιο γεγονός που στην πολιτική δεν μπορεί να είναι παρά αμιγώς κοινωνικό και οχι οικονομικό. Ένα γεγονος που η τέλεση του, ως συμβάν, ως τυχαιότητα ή ως οργανωμένη πράξη προσομοιάζει με την τελική πράξη του προθεσμιακού συμβολαίου, την λεγόμενη ημερομηνία άσκησης, και σε μία τιμή που λέγεται τιμή άσκησης. Ως ημερομηνία άσκησης ορίζεται το πολιτικό πογκρόμ της παρασκευής και ως τιμή άσκησης η ζωή του Διαμαντή που νοσηλεύεται στο νοσοκομείο μετά το χτύπημα με καλάζνικοφ στα Εξάρχεια.

Τα Παράγωγα Κοινωνικής Αντίδρασης δεν υπάρχουν, αλλά αν υπήρχαν, κάθε εχέφρον κράτος θα επένδυε σε αυτά. Ειδικά το ελληνικό κράτος. Το πρόβλημα είναι ότι στον πυρήνα τους κρύβουν ένα προϋπάρχον και μαθηματικοποιημένο ρίσκο. Για να κερδίσει το κράτος θα πρέπει η πρόβλεψη να επαληθευτεί. Το ρίσκο-κίνδυνος και ταυτόχρονα η πρόβλεψη-επιδίωξη είναι οι δολοφονίες ανθρώπων πάνω στις οποίες οικοδομείται η νέα κρατικότητα της δεύτερης εποχής της μεταπολίτευσης.

Χάρις στα Revolution Futures το κράτος είχε κάνει αντιστάθμιση κινδύνου για το απρόβλεπτο της δολοφονίας Γρηγορόπουλου και δείχνει στιγμιαία να κερδίζει τις εντυπώσεις στην αγορά εσωτερικής κατανάλωσης: το αποδεικνύουν άλλωστε τα λόγια κορυφαίου κυβερνητικού υπουργού του οποίου η παραίτηση «δεν έγινε δεκτή», και ο οποίος τελευταία δεν παραλείπει να περιφέρεται –όχι ως ξεβράκωτος αλλά σίγουρα ως παρίας της πολιτικής- έξω απ΄το δωμάτιο του νεαρού αστυνομικού, εξομολογούμενος ανερυθρίαστα ότι, «με το αίμα του Διαμαντή ήρθε η ανατροπή που όλοι περιμέναμε».