Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2008

Ωφέλιμον ούτω εμαυτόν τη Πολιτεία και ανθρώπων Κοινωνίαν παρέχων*

Εντάξει το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν θα ξαναπιω κόκα κόλα zero γιατί έχει λέει κυκλαμικό οξύ για γλυκαντική ύλη, η οποία είναι απαγορευμένη στην αμερική εδώ και σαράντα χρόνια κ εκτός του ότι είναι καρκινογόνα προκαλεί κ εκφυλισμό ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων, που λέτε??? στους όρχεις φυσικά –οπότε καλύτερα κώνειο στο εξής παρά κοκα κόλα zero.
Που με φέρνει στο δεύτερο που ήθελα να πω, δηλαδή την ορκομωσία μου στο μάστερ όπου ξαναείδα τους συναδέλφους μου κ μου ήρθε κάτι μεταξύ ιλίγγου κ αναγούλας -που φυσικά έχει να κάνει τελείως μα τελείως κι εξ ολοκλήρου με μένα γιατί αυτοί δν φταίνε σε τίποτα. Μάλιστα τρεις από αυτούς παντρεύτηκαν, και δύο απ αυτούς τους τρεις ήρθαν με το μωρό στο καροτσάκι γεγονός που με εντυπωσίασε περισσότερο απ’όλα μέσα στην όλη εξτραβαγκάν αμερικανιά με την μαύρη τήβεννο και το οικόσημο του πανεπιστημίου περασμένο στην πλάτη και τα μαύρα τετράγωνα καπελάκια με τις μωβ φούντες που μας κάνανε σαν παραγινωμένους χάρρυ πότερ στα λέητ τουέντης – κ σαν μέλη της Στοάς της Μεγάλης Ανατολής τις πρυτανικές αρχές -που καθόμουν κ σκεφτόμουνα ότι τώρα αυτοί οι συνάδελφοί μου θα περιμένουν αμέσως αμέσως μετά από την δικιά τους την ορκομωσία και την ορκωμοσία του νεογέννητου που θα φέρουν να την παρακολουθήσουν τα αγέννητα εγγόνια του μέσα από κατεψυγμένες γυάλες με σπερματοζωάρια στην προσπάθειά τους να μας πείσουν είτε ότι απλά είναι θύματα lifestyle προσέγγισης της ζωής, ή ότι απαιτούν τα ίδια και περισσότερα από τα δικά τους παιδιά ή ότι δεν είχαν τάχα μου τάχα μου που να τα αφήσουν και τα έσυραν μέσα στην πολυκοσμία και τα φλάς και τις μαύρες τηβέννους σ’ ένα χωριό όχι με έναν αλλά με σαράντα δρακουμέλ –σιγά μην έφερνα εγώ τον δικό μου μπέμπη σε ένα τέτοιο περιβάλλον.
Επίσης δεν φταίνε σε τίποτα που ήταν όλοι ικανοποιημένοι με την στιγμή εκείνη, λες και την περίμεναν από καιρό που ας μην είχα εγώ τον πατέρα μου που δν ειχε μπορέσει να ρθει στην πρώτη μου ορκωμοσία κ ανάθεμα αν θα πήγαινα σου λέω κι ας μην ήταν οι γιαγιάδες μου που τους το χα τάξει να πάρουνε χαρά κ αυτές οι κακομοίρες και μη τον είδατε τον τίμο αλλά ας όψεται κι η μάνα μου που είναι σαν την υπόθεση με τον μπαμπά και τις γιαγιάδες μόνο στο πιο βαρύ ακόμα, οπότε ντύθηκα τα ολοκαίνουργια σενιέ ρουχαλάκια μου που μου κόστισαν μία περιουσία φυσικά -ας όψεται η βιπίλα που μας δέρνει εδώ πάνω- κ πήγα να διεκδικήσω αυτά που μου ανήκουν, δηλαδή ένα τεράστιο πάπυρο με την ονοματάρα μου κάτω από το σήμα του πανεπιστημίου κ ένα αναμνηστικό εγχάρακτο στυλό δήθεν φίρμα που μπορεί κ να είναι όντως φίρμα αλλά εγώ να είμαι τόσο λαϊκάτζα που δν μπορώ να καταλάβω τη διαφορά.
Κατ αρχήν φωτογραφήθηκα με πάσης φύσεως συναδέλφους σε χαρακτηριστικά αφελή ενσταντανέ που θα δημοσιευτούν μετά από χρόνια εν μέσω οικονομικών σκανδάλων με οικονομικές καταχρήσεις κ μοιραίες γυναικες αράχνες. Όλα τα είχαμε στο τμήμα μου, όλα κ με το παραπάνω αλλά εγώ το δηλώνω με καμάρι έμεινα αμέτοχος σε πάσης φύσεως παρασκηνιακές διαδικασίες τόσο μεταξύ αυτών που τις υποκινούν όσο κ μεταξύ αυτών που τις καταδικάζουν. Όχι δηλαδή ότι τα είχα καλά με όλους ή ότι δν μ ενδιέφερε τι γινόταν απλά εγώ κοιτούσα τα συννεφάκια μου εκεί ψηλά στο γαλάζιο του ουρανού κ παράλληλα φρόντιζα να κρατάω καλά το κωλαράκι μου μη μπει μέσα καμιά αδέσποτη κ έχουμε πρόβλημα.
Το βασικότερο της υπόθεσης μέσα σ όλα ήταν που έμαθα ότι βγήκα δεύτερος ανάμεσα στους σαράντα του έτους μου και προβληματίστηκα ιδιαίτερα επειδή αυτό σημαίνει είτε ότι είμαι σπασίκλας περιοπής ή ότι το σύστημα είναι τέτοιο που αριστεύεις χωρίς προσπάθεια που σημαίνει ότι το σύστημα είναι μαλακία κ μελαγχόλησα. Η αλήθεια είναι ότι εγώ απλά είμαι ιδιαίτερα ταλαντούχος αλλά σε κάθε περίπτωση η μελαγχολία διογκώθηκε έτι περαιτέρω κ με σκέπασε ολόκληρο σαν τη σκιά του σούπερ κακού στα κόμικς που ο καλός βάζει τα χέρια μπροστά στο πρόσωπο κ υποχωρεί σε κάποιο στενό με γουρλωμένα μάτια κάθώς η σκιά του κακού πλησιάζει να τον καταπιεί- γιατί αυτό σημαίνει ότι χαραμίζομαι αφού εγώ ούτε στη δημόσια διοίκηση μπήκα ούτε στο υπουργείο εξωτερικών μπήκα ούτε σε ένα τόσο δα υπουργείο όπως το οικονομικών ή το υπεχωδέ δεν μπήκα ούτε επιστημονικός σύμβουλος τάδε έχω γίνει, ούτε στέλεχος τάδε στην υπηρεσία τάδε παύλα εταιρεία τάδε παύλα οργάνωση τάδε παύλα θεσμική κουράδα τάδε παύλα παύλα παύλα σκατά παύλα κουράδες τελεία.
Με όλα αυτά να χουν γίνει σούπα μέσα στο μυαλό μου κ τον μπαμπά του πρώτου στους σαράντα να σαβουρώνει και με τις δυο μασέλες σαν τον taz λες και τον είχανε νηστικό μέρες κατηφόρισα με δύο φιλαράκια σ ένα τσιπουράδικο όπου ήπιαμε μόνο δύο μισόκιλα κρασάκι γιατί αναγκαστικά έπρεπε να φύγω. Το υπηρεσιακό μου απ’το στρατόπεδο έληγε στις έξι το απόγευμα και με την απεργία του μετρό ίσα ίσα που θα προλάβαινα...
Γιατί εγώ κουφάλες μου μπορεί να μην έχω γίνει κάτι αλλά... έχω πάει ΣΤΡΑΤΟΟΟΟ, ΜΑΛΙΣΤΑ ΣΤΡΑΤΟ ΚΥΡΙΕ και να σου πω και κάτι μόνο μετά από χρόνια καταλαβαίνεις τα καλά του στρατού, μάλιστα μετά από χρονια, ναί μετά από πολλά χρόνια, αλλά είναι καλό, στρατό, ναι έχω πάει στρατό, στρατό παύλα στρατό παύλα στρατό παύλα κουράδες...
*ακροτελεύτια φράση του όρκου των διπλωματούχων

Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2008

Η Ποίηση του Αριστομένους *

Ένας συνάδελφός μέσα στην παράνοια κ την κατάθλιψη του ελληνικού στρατού και της ταχυδρομικής του βάσης (γιούπιιιιιιιιιι ζήτω το 902 ΒΣΤ), φίλος μου και ποιητής, ο Γιώργος ο Πρεβεδουράκης, (που μάχεται ηρωικά κάθε πρωί στο βιετνάμ της επίδοσης όπως χαρακτηριστικά λέει, μου συνέστησε να ενσκύψω στην ποιητική συλλογή ενός αξιόλογου νέου ανθρώπου, ο οποίος -σε αντίθεση με την αρχετυπική εικόνα του ποιητή που μπορεί κάποιοι από εμάς να έχουμε από τα σχολικά μας βιβλία, (δηλαδή του μπουρζουά ξύστη αρχιδίων που κατασκευάζει μεγαλόπνοες συνθέσεις για λογαριασμό ολόκληρης της ανθρωπότητας) ο συγκεκριμένος οικονομώντας τα ποιητικά του εργαλεία, αποκαθάρει τον ποιητικό του πόθο από εξιδανικεύσεις και φιλοσοφεί την τέχνη του με καλοδουλεμένη γλώσσα που κρύβει ενάργεια κ εμπνέει εμπιστοσύνη. Ισως έχει να κάνει με το γεγονός ότι δεν είναι καθόλου μπουρζουάς κ δουλέυει καθημερινά για να βγάλει το ψωμί του, ή πάλι ίσως έχει να κάνει με μία ιδιαίτερη κ προσωπική του επιλογή που να ερείδεται στις καταβολές του ως ανθρώπου κ στις λογοτεχνικές του επιρροές. Συζητάγαμε με τον Γιώργο ότι το παρακάτω ποίημα δεν τον αντιπροσωπεύει χαρακτηριστικά, στο βαθμό που ποιήματα όπως το παρακάτω δεν κυριαρχούν αριθμητικά κ ποσοτικά μέσα στη συλλογή του. Μου άρεσε όμως, και επειδή όπως μου είπε όταν του το δειξα, όλως τυχαίως είχε κάνει αίσθηση κ σε εκείνον όταν το πρωτοδιάβασε, το αναδημοσιεύω στον ταπεινό τούτο μπλογκότοπο.
"Ο ποιητής Αριστομένης τον 3ο αιώνα προ Χριστού
έγραψε 52.526 στίχους.
Απ' αυτούς βρέθηκαν οι 10.313
ενώ 42.213 στίχοι αγνοούνται.
357 στίχοι θεωρούνται ακαδημαϊκού επιπέδου,
αλλά μόνο 23 είναι ανθολογημένοι
σε διάφορα βιβλία κατά καιρούς.
Ένας στίχος του, ενέπνευσε έναν Ιταλό ποιητή
της Αναγέννησης
κι έγραψε ένα σχετικά μέτριο ποίημα
ενώ ο ίδιος στίχος μπήκε ως μότο, στο διήγημα
ενός σύγχρονου Έλληνα διηγηματογράφου,
που κατηγορείται απ'τους βιβλιοκριτικούς
για επαρχιωτισμό.

*Από την ποιητική συλλογή "Ντυμένος Επίσημα", Σπύρου Θεριανού,
εκδ. Πλανόδιον, Δεκέμβριος 2008


Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2008

:απάντηση σε ένα φόργουορντ που πέρασε κ απ το δικό μου δωμάτιο



Ανήκω στη γενιά εκείνη που είδε τα σουβλατζίδικα να ερημώνουν
και το μουστακαλή ψητοπώλη απέναντι απ’τα γκούντυς
να αναρωτιέται που πήγε ο Μπίλιας απ’το ρόδα τσάντα και κοπάνα.
Στη γενιά εκείνη που πρόλαβε τις μεγάλες φωτιές στα βαρέλια
που άναβαν οι καταληψίες του τεχνικού στην Αριστοφάνους και
τα θρανία της εικοσιμία με τις άδειες και τα κλειδιά των στρογγυλοφάναρων
να μπαίνουν ενέχυρο στο στούκι .
Στη γενιά που γνώρισε τα πρώτα αλβανάκια από τη ‘βόρειο ήπειρο’
που ήταν οι καλύτεροι μπαλαδόροι του δημοτικού και
βρήκαν αργότερα δουλειά στα βυτιοφόρα της ιντερνάσιοναλ σέρβις.
Στη γενιά που είδε σε μια νύχτα τους τεταρτοδεσμίτες
να αποκτούν νευρώσεις με τα μαθηματικά κατεύθυνσης
κ να ξύνουν με απορία το κεφάλι τους μέσα στο κομμωτήριο της θεωρητικής
Ανήκω στη γενιά που πρόλαβε τα επιτραπέζια, τα αφρολεξένια αεροπλανάκια,
τη βίο-χλαπάτσα, τις μπουγελόφατσες και το πρώτο γκέημ μπόυ.
Είμαι η γενιά που θυμάται με νοσταλγία το ήτα οχτώ,
τις τσόντες με τετραγωνάκια και το κινέζικο κουνγκ-φου.
Η γενιά που μεγάλωσε με φρουτοπία, καρουζέλ, γυμνάσιο ντεγκράσι,
και τα πρωινά του σαββάτου τρανσφόρμερς, τζι άι τζό, και
αστρομαχητές στο νιού τσάνελ.
Είμαι ο Ράμροτ...
Είμαι οι δυνάμεις σας ενωμένες...
Είμαι ο κάπταιν Πλάνετ..
Είμαι με εκείνους που πέτυχαν τυχαία μια μέρα στη τηλεόραση
ένα τυπάκο σε ένα τζακούζι με την πρώτη του γκόμενα και
αργότερα μάθαμε ότι τον λένε Μπράντον.
Είμαι απ’αυτούς που πρόλαβαν στο κάτω χαλάνδρι τα τελευταία άχτιστα οικόπεδα
και ένα βράδυ τα σκουπιδιάρικα με τον αυτόματο βραχίονα
λέγοντας, τι λες ρε πούστη μου τεχνολογία
Είμαι απ’αυτούς που έλεγαν το Ρουβά παλιαδερφή πριν
καταλάβουν ότι μετά από δέκα χρόνια θα τον έλεγαν
ο καλύτερος έλληνας περφόρμερ και είμαι απ’αυτούς που είδαν
το Γιώργο Μαρίνο να γίνεται αποδεκτός στο πράιμ τάιμ του Σαββάτου
και την Κορομηλά να εκθρονίζεται στα τέλη μιας δεκαετίας όπου
η χειρότερη τηλεοπτική ανάμνηση ήταν ακόμα μονάχα
τα παιδιά της νύχτας και το ερωτοδικείο.
Θυμάμαι την πρώτη μας έγχρωμη τηλεόραση, ένα
κανάλι με χιόνια και τον πατέρα μου να λέει
είναι το καινούριο, το μέγκα.
Είμαι η γενιά που δεν της λείπει ο αντρέας, η μελίνα ή η βουγιουκλάκη,
είμαι η αμέσως επόμενη απ’αυτήν που της έκοψαν τα αρχαία
και κράταγε ξύλα φωνάζοντας θάντερκατς.
Είμαι η γενιά που συμπλήρωσε μηχανογραφικό
στον απόηχο μιας εποχής
που όλοι έλεγαν κάτι με οικονομικά σκέφτομαι
βουτηγμένοι μέχρι με τα μπούνια στον αμαρτωλό υλισμό του γκρηκ ντρημ
που έσυρε αμέτρητες ψυχές σε ανούσια πτυχία που τελικά
εξασφάλισαν χαη ποστς σε εμπορικά καταστήματα οσφυοκαμψίας για επώνυμες
σωβρακοφανέλες,
η γενιά που λιγουρεύτηκε την κλειδαρότρυπα της κόρης και του γιου του διπλανού διαμερίσματος,
που κατέβηκε πιο λίγες φορές σε διαδήλωση απ’ότι για κλαμπινγκ στην παραλιακή,
η γενιά που βουτηγμένη στον έντεχνα αναπαραγόμενο ψευδοσυντηρητισμό των προαστίων άρχισε να κρίνει όψιμα τη βαριεστημένη δήθεν σεξουαλική απελευθέρωση των e-teens,
η γενιά που της έβαλαν το μικρόφωνο στον κώλο για να κάνει καριέρα με ένα εφιαλτικό σεξομανιακό πόκεμον για μάνατζερ,
η γενιά που χωνεύει το κολομβιανό κοκορέτσι κ ανοίγει δρόμο στους επόμενους
όπως ακριβώς η προηγούμενη χώνεψε τη φούντα κ την παρέδωσε άσπιλη σε μας,
η γενιά που φοβάται ότι δεν θα τη βγάλει καθαρή
και στήνει κώλο για εκατό ευρώ παραπάνω,
ξεκρεμάει λάβαρα, αγοράζει z4 και κλείνει διήμερα σε αράχωβα και σαντορίνη
για να μη τους πει η γκόμενα ανθρωπάκια.
Εσύ σε ποιά γενιά ανήκεις...