Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2008

:απάντηση σε ένα φόργουορντ που πέρασε κ απ το δικό μου δωμάτιο



Ανήκω στη γενιά εκείνη που είδε τα σουβλατζίδικα να ερημώνουν
και το μουστακαλή ψητοπώλη απέναντι απ’τα γκούντυς
να αναρωτιέται που πήγε ο Μπίλιας απ’το ρόδα τσάντα και κοπάνα.
Στη γενιά εκείνη που πρόλαβε τις μεγάλες φωτιές στα βαρέλια
που άναβαν οι καταληψίες του τεχνικού στην Αριστοφάνους και
τα θρανία της εικοσιμία με τις άδειες και τα κλειδιά των στρογγυλοφάναρων
να μπαίνουν ενέχυρο στο στούκι .
Στη γενιά που γνώρισε τα πρώτα αλβανάκια από τη ‘βόρειο ήπειρο’
που ήταν οι καλύτεροι μπαλαδόροι του δημοτικού και
βρήκαν αργότερα δουλειά στα βυτιοφόρα της ιντερνάσιοναλ σέρβις.
Στη γενιά που είδε σε μια νύχτα τους τεταρτοδεσμίτες
να αποκτούν νευρώσεις με τα μαθηματικά κατεύθυνσης
κ να ξύνουν με απορία το κεφάλι τους μέσα στο κομμωτήριο της θεωρητικής
Ανήκω στη γενιά που πρόλαβε τα επιτραπέζια, τα αφρολεξένια αεροπλανάκια,
τη βίο-χλαπάτσα, τις μπουγελόφατσες και το πρώτο γκέημ μπόυ.
Είμαι η γενιά που θυμάται με νοσταλγία το ήτα οχτώ,
τις τσόντες με τετραγωνάκια και το κινέζικο κουνγκ-φου.
Η γενιά που μεγάλωσε με φρουτοπία, καρουζέλ, γυμνάσιο ντεγκράσι,
και τα πρωινά του σαββάτου τρανσφόρμερς, τζι άι τζό, και
αστρομαχητές στο νιού τσάνελ.
Είμαι ο Ράμροτ...
Είμαι οι δυνάμεις σας ενωμένες...
Είμαι ο κάπταιν Πλάνετ..
Είμαι με εκείνους που πέτυχαν τυχαία μια μέρα στη τηλεόραση
ένα τυπάκο σε ένα τζακούζι με την πρώτη του γκόμενα και
αργότερα μάθαμε ότι τον λένε Μπράντον.
Είμαι απ’αυτούς που πρόλαβαν στο κάτω χαλάνδρι τα τελευταία άχτιστα οικόπεδα
και ένα βράδυ τα σκουπιδιάρικα με τον αυτόματο βραχίονα
λέγοντας, τι λες ρε πούστη μου τεχνολογία
Είμαι απ’αυτούς που έλεγαν το Ρουβά παλιαδερφή πριν
καταλάβουν ότι μετά από δέκα χρόνια θα τον έλεγαν
ο καλύτερος έλληνας περφόρμερ και είμαι απ’αυτούς που είδαν
το Γιώργο Μαρίνο να γίνεται αποδεκτός στο πράιμ τάιμ του Σαββάτου
και την Κορομηλά να εκθρονίζεται στα τέλη μιας δεκαετίας όπου
η χειρότερη τηλεοπτική ανάμνηση ήταν ακόμα μονάχα
τα παιδιά της νύχτας και το ερωτοδικείο.
Θυμάμαι την πρώτη μας έγχρωμη τηλεόραση, ένα
κανάλι με χιόνια και τον πατέρα μου να λέει
είναι το καινούριο, το μέγκα.
Είμαι η γενιά που δεν της λείπει ο αντρέας, η μελίνα ή η βουγιουκλάκη,
είμαι η αμέσως επόμενη απ’αυτήν που της έκοψαν τα αρχαία
και κράταγε ξύλα φωνάζοντας θάντερκατς.
Είμαι η γενιά που συμπλήρωσε μηχανογραφικό
στον απόηχο μιας εποχής
που όλοι έλεγαν κάτι με οικονομικά σκέφτομαι
βουτηγμένοι μέχρι με τα μπούνια στον αμαρτωλό υλισμό του γκρηκ ντρημ
που έσυρε αμέτρητες ψυχές σε ανούσια πτυχία που τελικά
εξασφάλισαν χαη ποστς σε εμπορικά καταστήματα οσφυοκαμψίας για επώνυμες
σωβρακοφανέλες,
η γενιά που λιγουρεύτηκε την κλειδαρότρυπα της κόρης και του γιου του διπλανού διαμερίσματος,
που κατέβηκε πιο λίγες φορές σε διαδήλωση απ’ότι για κλαμπινγκ στην παραλιακή,
η γενιά που βουτηγμένη στον έντεχνα αναπαραγόμενο ψευδοσυντηρητισμό των προαστίων άρχισε να κρίνει όψιμα τη βαριεστημένη δήθεν σεξουαλική απελευθέρωση των e-teens,
η γενιά που της έβαλαν το μικρόφωνο στον κώλο για να κάνει καριέρα με ένα εφιαλτικό σεξομανιακό πόκεμον για μάνατζερ,
η γενιά που χωνεύει το κολομβιανό κοκορέτσι κ ανοίγει δρόμο στους επόμενους
όπως ακριβώς η προηγούμενη χώνεψε τη φούντα κ την παρέδωσε άσπιλη σε μας,
η γενιά που φοβάται ότι δεν θα τη βγάλει καθαρή
και στήνει κώλο για εκατό ευρώ παραπάνω,
ξεκρεμάει λάβαρα, αγοράζει z4 και κλείνει διήμερα σε αράχωβα και σαντορίνη
για να μη τους πει η γκόμενα ανθρωπάκια.
Εσύ σε ποιά γενιά ανήκεις...

2 σχόλια:

  1. En ce qui me concerne, voila:

    H αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω πώς καταφέραμε να επιβιώσουμε. Ήμαστε μια γενιά σε αναμονή: περάσαμε την παιδική μας ηλικία περιμένοντας. Έπρεπε να περιμένουμε δύο ώρες μετά το φαγητό πριν κολυμπήσουμε, δύο ώρες μεσημεριανό ύπνο για να ξεκουραστούμε και τις Κυριακές έπρεπε να μείνουμε νηστικοί όλο το πρωί για να κοινωνήσουμε. Ακόμα και οι πόνοι περνούσαν με την αναμονή.

    Κοιτάζοντας πίσω, είναι δύσκολο να πιστέψω ότι είμαστε ακόμα ζωντανοί. Εμείς ταξιδεύαμε σε αυτοκίνητα χωρίς ζώνες ασφαλείας και αερόσακους. Κάναμε ταξίδια 10 και 12 ωρών, πέντε άτομα σε ένα Φιατάκι και δεν υποφέραμεαπό το «σύνδρομο της τουριστικής θέσης». Δεν είχαμε πόρτες, παράθυρα,ντουλάπια και μπουκάλια φαρμάκων ασφαλείας για τα παιδιά. Ανεβαίναμε στα ποδήλατα χωρίς κράνη και προστατευτικά, κάναμε ωτο-στοπ, καβαλάγαμε μοτοσικλέτες χωρίς δίπλωμα. Οι κούνιες ήταν φτιαγμένες από μέταλλο και είχαν κοφτερές γωνίες.

    Ακόμα και τα παιχνίδια μας ήταν βίαια. Περνάγαμε ώρες κατασκευάζοντας αυτοσχέδια αυτοκίνητα για να κάνουμε κόντρες κατρακυλώντας σε κάποια κατηφόρα και μόνο τότε ανακαλύπταμε ότι είχαμε ξεχάσει να βάλουμε φρένα. Παίζαμε «μακριά γαιδούρα» και κανείς μας δεν έπαθε κήλη ή εξάρθρωση. Βγαίναμε από το σπίτι τρέχοντας το πρωί, παίζαμε όλη τη μέρα και δεν γυρνούσαμε στο σπίτι παρά μόνο αφού είχαν ανάψει τα φώτα στους δρόμους. Κανείς δεν μπορούσε να μάς βρει. Τότε δεν υπήρχαν κινητά. Σπάγαμε τα κόκκαλα και τα δόντια μας και δεν υπήρχε κανένας νόμος για να τιμωρήσει τους «υπεύθυνους». Ανοίγανε κεφάλια όταν παίζαμε πόλεμο με πέτρες και ξύλα και δεν έτρεχε τίποτα. Ήταν κάτι συνηθισμένο για παιδιά και όλα θεραπεύονταν με λίγο ιώδιο ή μερικά ράμματα. Δεν υπήρχε κάποιος να κατηγορήσεις παρά μόνο ο εαυτός σου. Είχαμε καυγάδες και κάναμε καζούρα ο ένας στον άλλος και μάθαμε να το ξεπερνάμε.


    Τρώγαμε γλυκά και πίναμε αναψυκτικά, αλλά δεν ήμασταν παχύσαρκοι. Ίσως κάποιος από εμάς να ήταν χοντρός και αυτό ήταν όλο. Μοιραζόμασταν μπουκάλια νερό ή αναψυκτικά ή οποιοδήποτε ποτό και κανένας μας δεν έπαθε τίποτα. Καμιά φορά κολλάγαμε ψείρες στο σχολείο και οι μητέρες μας το αντιμετώπιζαν πλένοντάς μας το κεφάλι με ζεστό ξύδι.

    Δεν είχαμε Playstations, Nintendo 64, 99 τηλεοπτικά κανάλια, βιντεοταινίες με ήχο surround, υπολογιστές ή Ιnternet. Εμείς είχαμε φίλους. Κανονίζαμε να βγούμε μαζί τους και βγαίναμε. Καμιά φορά δεν κανονίζαμε τίποτα, απλά βγαίναμε στο δρόμο και εκεί συναντιόμασταν για να παίξουμε κυνηγητό,
    κρυφτό, αμπάριζα... μέχρι εκεί έφτανε η τεχνολογία. Περνούσαμε τη μέρα μας έξω, τρέχοντας και παίζοντας. Φτιάχναμε παιχνίδια μόνοι μας από ξύλα. Χάσαμε χιλιάδες μπάλλες ποδοσφαίρου. Πίναμε νερό κατευθείαν από τη βρύση, όχι εμφιαλωμένο, και κάποιοι έβαζαν τα χείλη τους πάνω στη βρύση. Κυνηγούσαμε σαύρες και πουλιά με αεροβόλα στην εξοχή, παρά το ότι ήμασταν ανήλικοι και δενυπήρχαν ενήλικοι για να μας επιβλέπουν. Θεέ μου!

    Πηγαίναμε με το ποδήλατο ή περπατώντας μέχρι τα σπίτια των φίλων και τους φωνάζαμε από την πόρτα. Χωρίς να ζητήσουμε άδεια από τους γονείς μας, ολομόναχοι εκεί έξω. Χωρίς κανέναν υπεύθυνο. Πώς τα καταφέραμε;

    Στα σχολικά παιχνίδια συμμετείχαν όλοι και όσοι δεν έπαιρναν μέρος έπρεπε να συμβιβαστούν με την απογοήτευση. Κάποιοι δεν ήταν τόσο καλοί μαθητές όσο άλλοι και έπρεπε να μείνουνστην ίδια τάξη. Δεν υπήρχαν ειδικά τεστ για να περάσουν όλοι.

    Κάναμε διακοπές τρεις μήνες τα καλοκαίρια και περνούσαμε ατέλειωτες ώρες στην παραλία χωρίς αντιηλιακή κρέμα με δείκτη προστασίας 30 και χωρίςμαθήματα ιστιοπλοΐας, τένις ή γκολφ. Φτιάχναμε όμως φανταστικά κάστρα στην άμμο και ψαρεύαμε με ένα αγκίστρι και μια πετονιά. Ρίχναμε τα κορίτσια
    κυνηγώντας τα για να τους βάλουμε χέρι, όχι πιάνοντας κουβέντα σε κάποιο chat room και γράφοντας ; ) : D : P

    Είχαμε ελευθερία, αποτυχία, επιτυχία και υπευθυνότητα και μέσα από όλα αυτά μάθαμε και ωριμάσαμε.

    Είμαι ένας από τους τελευταίους «παλιούς»...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Συγκινήθηκα μαλάκα,καιρό είχα,από όταν είδα το Danny The Dog νομίζω, άντε φιλιά

    ΑπάντησηΔιαγραφή