Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2011

Aγ-ανακτώντας την Εξουσία: συστηματικές σκέψεις πάνω στο πολιτικό πρόταγμα (3)



Αφού υπέπεσε στην προσοχή μου ένα κείμενο που δημοσιεύτηκε νομίζω για πρώτη φορά εδώ, με χτύπησε απότομα και δεν μπόρεσα να αποφύγω τη σκέψη μιας φοβερής αντινομίας. Αντινομία που μόνο καθ’ υπερβολή μπορεί να χαρακτηριστεί ως τέτοια, γιατί στην ουσία, μέσα και γύρω από την φοβερή terra incognita ενός θεσμίζοντος φαντασιακού, ο νόμος δεν μένει παρά ένα άδειο κέλυφος, μία συγκατάβαση αποστερημένη από το ιδρυτικό της έρεισμα, την πάλαι ποτέ κοινωνικά διευρυμένη δημοκρατική νομιμοποίηση πάνω στην οποία θεμελιώθηκε. Και εξηγούμαι παρακάτω:

Στη Χαμένη Άνοιξη του Τσίρκα, οι πρωταγωνιστές μπαίνουν μέσα στη θύελλα των Ιουλιανών του ’65. Οι χαρακτήρες άγονται και φέρονται από προσωπικά πάθη που όμως ξεχύνονται σαν εκστατικές πινελιές αυτομηδενισμού πάνω στον καμβά της δίνης των πολιτικών γεγονότων. Τα τελευταία είναι αυτά που σε πρώτο χρόνο δημιουργούν τις δράσεις, οι οποίες γεννούν τις αντι-δράσεις των προσώπων του μυθιστορήματος. Όλοι δείχνουν να συμμετέχουν σ’ αυτά αλλά κανείς δεν τα διαμορφώνει: η ιστορία μοιάζει να ξεχύνεται με μία ακαταμάχητη ορμή που εκμηδενίζει τα υποκείμενα. Όχι όμως όλα· υπάρχει μία εξαίρεση που διατέμνει τη ραχοκοκαλιά της πλοκής: εξαιρούνται από τον ιδιότυπο ιστορικό αποκλεισμό τα υποκείμενα εκείνα που ανήκουν ή σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με το παρακράτος της δεξιάς του παλατιού και της αμερικάνικης πρεσβείας. Αυτά έχουν μία σκανδαλώδη πρόσβαση στους μηχανισμούς του ιστορικού γίγνεσθαι. Για την ακρίβεια, μοιάζουν να αποτελούν καλολαδωμένα γρανάζια αυτού του μυστηριώδους μηχανισμού για τον οποίο κανείς δεν μπορεί να συμπεράνει εύκολα (ούτε καν ο συνομωσιολόγος «σύνδεσμος» του Τσίρκα με τον οποίο συναντιέται στο παγκάκι του Εθνικού Κήπου) για το πώς η Ιστορία αποφάνθηκε με τόσο θλιβερά κατηγορηματικό τρόπο εναντίον του «Γέρου της δημοκρατίας». Είναι μία καθηλωτική, θαρρείς, άσκηση σαρτρικού υπαρξισμού που κάνει ο Τσίρκας –που βάζει τον εαυτό του να πρωταγωνιστεί σαν μια ακοίμητη συνείδηση της Αριστεράς που έχει πρόβλημα με τον εαυτό της- καθηλωτική, όσο και βασανιστικά μοναχική: η παρουσία ως εκκωφαντική απουσία για τις δημοκρατικές δυνάμεις της Αριστεράς και η απουσία ως πανταχού παρούσα μηχανορραφία για την παρακρατική Δεξιά.

Έτσι λοιπόν -και μέσα σε αυτά τα δεδομένα πλαίσια- ίσως αυτό το συγκλονιστικό βιβλίο του Στρατή Τσίρκα να μην ήταν παρά ένα ακόμη μακρινό ξαδερφάκι κλασικής κατασκοπευτικής ταινίας που απλά θα υμνούσε μέσα στην εντοπιότητα των επιρροών του μια ακόμα πτυχή της «ελληνικότητας», αυτήν ας πούμε του νευρώδους και περήφανου εραστή που δεν διανοείται να μοιραστεί τη σύντροφό του ούτε με τον ίδιο του τον εαυτό από ενδόμυχο φόβο μην απωλέσει για πάντα μία συγκροτημένη προσωπικότητα που με κόπο συνέταξε μέσα από την προσωπική του διαδρομή και που –σαν γνήσιος επίγονος της Ορθολογικής Νεωτερικότητας ο οποίος θέτει σε ακαδημαϊκή αντίστιξη κάθε ψευτοδίλημμα της καθημερινότητας- πιθανότατα θα βρεθεί αναγκασμένος να τη θυσιάσει συμμετέχοντας στο ερωτικό άρρητο της προσωπικής σχέσης. Πιθανόν, λέω, δεν είμαι σίγουρος, απλώς κάνω μια υπόθεση.

Όμως ο Τσίρκας κατάφερε να βάλει στο έργο ένα εύρημα το οποίο –ασχέτως αν όντως το κάνει εκούσια ή απλά του συνέβη- αναδιαμορφώνει τις ισορροπίες του σαρτρικού μηχανισμού της ύπαρξης και αλλάζει όλη την πνοή του βιβλίου: τις σκηνές που το υποκείμενο από μοναδιαία κατακερματισμένη οντότητα γίνεται φορέας της Ιστορίας, όταν τα άτομα -το καθένα λιγότερο ή περισσότερο «παραστρατημένο» ή και αποπροσανατολισμένο τελείως- συγκροτούν σχέσεις, ερωτεύονται τον εαυτό τους στο πρόσωπο του άλλου και προσδίδοντας του εν τέλει τον σεβασμό που του είχαν αποστερήσει μέσα στην απομονωτική διάσταση της αυτοτέλειας που διεκδικούσαν για λογαριασμό του, ενώνονται σ’ ένα ποτάμι που ξεχύνεται ορμητικά για να ξεπλύνει την καμμένη γη από τη δολοφονία του Σωτήρη Πέτρουλα. Αυτή είναι η μία σκηνή που μου ‘ρχεται στο μυαλό. Η άλλη είναι mutatis mutandis, το πλήθος που συρρέει φωνάζοντας συνθήματα υπέρ του Γέρου, που ενέχει μέσα σε ολόκληρο το βιβλίο το ρόλο του συμβόλου της αναιμικής δημοκρατίας που ψυχορραγεί, -υπό τη συνοδεία πάντα μια υποβόσκουσας απολογητικής, σαν τελευταία έκκληση του Τσίρκα να υπενθυμίσει στα «πολιτικά γραφεία» πως το χρέος για συμπόρευση με τους διευρυμένους κοινωνικούς αγώνες δεν είναι ποτέ αργά για να πληρωθεί -αν όχι ένεκα της Ιστορίας, τουλάχιστον της λογοτεχνίας.

Έτσι λοιπόν αφού εξέθεσα όλα τα παραπάνω θα αναρωτιέται πιθανώς κανείς πού στα κομμάτια βλέπω την αντινομία. Αν συγκρίνουμε τη Χαμένη Άνοιξη του Τσίρκα με την κινηματογραφική απόδοση του Le Journal dUne Femme de Chambre του Μπονιουέλ, θα μας γίνει άμεσα ορατή. Η καμαριέρα που πάει εσώκλειστη στους παρακμιακούς εύπορους αστούς δεν είναι χωριάτισσα αλλά κατάγεται και η ίδια από ένα περιβάλλον μιμητικό της αστικής κουλτούρας. Είναι παριζιάνα και «ξέρει να ντύνεται αν και είναι αμφίβολο πού βρίσκει τα λεφτά». Παρακολουθεί τα κακώς κείμενα των αφεντικών της και δείχνει να πατάει καλά στην κριτική που τους ασκεί. Χαρακτηρίζει όμως τον επιστάτη ρουφιάνο επειδή αποκάλυψε ότι την είδε να μιλάει με τον κακό γείτονα-Άλλο. Ο επιστάτης, ένας ενεργά πολιτικοποιημένος αντισημίτης και αντικομμουνιστής της δεκαετίας του ’30 στην Γαλλία, της εκφωνεί λογύδριο για την δεκαπενταετή του αφοσίωση στα αφεντικά τους που μέχρι χθες ήταν δύο παντελώς άγνωστοι για την ίδια. Όταν μετά την δολοφονία της μικρής ψυχοκόρης -που κατά τα φαινόμενα του σεναρίου την έχει σκοτώσει (και βιάσει) ο επιστάτης- η καμαριέρα βέβαιη για την ενοχή του αποφασίσει να τον ξεσκεπάσει, κατασκευάζει προς τούτο ακόμα και ψεύτικα ενοχοποιητικά στοιχεία. Το αφεντικό της όμως, που σε όλη την ταινία διακατέχεται εμφανώς από ανικανοποίητες σεξουαλικές ορμές κατορθώνει και μένει στο απυρόβλητο, τόσο γιατί δεν τον ενοχλεί η αστυνομία -καθότι αριστοκράτης υπεράνω υποψίας- όσο και επειδή ο αναγνώστης δεν διανοείται καν ότι η αλήθεια θυσιάζεται στην πλοκή προκειμένου να αποκαλυφθούν οι meta-αλήθειες. Είναι τόσο προκατειλημμένος απέναντι στα χαρακτηριστικά του επιστάτη που σχεδόν εξ’ ορισμού λαμβάνει ως δεδομένο ότι αυτός βίασε και σκότωσε την ψυχοκόρη. Όμως πέρα από τα προσωπικά του στοιχεία που δείχνουν ότι και ο ίδιος δεν θα μπορούσε να διανοηθεί να το κάνει, ακόμα και αυτή η ίδια η αμφισβητούμενη σκηνή που τον δείχνει να τρέχει προς το δάσος θα μπορούσε κάλλιστα να είναι επειδή ακούει τις φωνές της ψυχοκόρης που τη βιάζει κάποιος άλλος κι αυτός τρέχει για να τη σώσει. Άλλωστε, της έχει ήδη πει σε κάποια σκηνή πιάνοντάς την ασφυκτικά από το λαιμό: κοίτα στα μάτια μου και πες μου τι βλέπεις –βλέπω τον εαυτό μου- βλέπεις τον εαυτό σου γιατί σε αγαπάω απεριόριστα…

Αυτό το πρόσωπο λοιπόν, κατά πάσα πιθανότητα, δεν θα μπορούσε ποτέ να έχει διαπράξει αυτό το έγκλημα κι όμως καθίσταται μισητότερος όλων. Ο παρηκμασμένος όμως (και πιθανόν Εβραίος για την πλοκή) αριστοκράτης -με τα ψυχολογικά προβλήματα και τον αποτυχημένο γάμο, είναι υπεράνω πάσης υποψίας για το έγκλημα, παρά το γεγονός ότι σε όλη την ταινία επαναλαμβάνει μία αρρωστημένη πρακτική που εύκολα θα μπορούσε να είχε κάνει και στην ψυχοκόρη. Η ταινία δεν νομίζω ότι πράγματι έχει γίνει αντιληπτή από μία τέτοια οπτική (τουλάχιστον δεν ξέρω εγώ μία ανάλογη) και το λέω προκειμένου να δείξω ότι δεν χρειάζεται να είναι όντως έτσι όπως την περιγράφω εγώ. Όμως με το χαρακτηριστικό φινάλε όταν στην πορεία ακούγονται τα συνθήματα της συντηρητικά ξενοφοβικής Action Francaise και –μεταξύ άλλων- αποδεικνύεται ότι ο επιστάτης παρέμεινε πιστός στο «όνειρό» του (να φτιάξει μαγαζί, να παντρευτεί συγκεκριμένο τύπο γυναίκας, να εξυπηρετεί τον γαλλικό στρατό κτλ), αποδεικνύεται ότι η μόνιμη «έντιμη» (με την έννοια της ανιδιοτέλειας) στάση ανάμεσα στα πρόσωπα της ταινίας ήταν η δική του. Η καμαριέρα παντρεύεται τον μεγαλύτερης ηλικίας προαιώνιο εχθρό του αφεντικού της, με τον οποίο τώρα είναι φίλοι. Στη διαθήκη του της αφήνει την περιουσία του. Η πιστή υπηρέτρια που για χρόνια τον φρόντιζε ώσπου να εμφανιστεί εκείνη ως καμαριέρα των εχθρών του, δεν απόλαυσε ποτέ κάτι τέτοιο· και φυσικά, πολλά ακόμη που δεν χρειάζεται να αναφερθούν αλλά συντείνουν νομίζω στο ίδιο συμπέρασμα.

Είναι άραγε λοιπόν -αναρωτιέται κανείς- ένα από τα πολλά πιθανά με τα οποία να μην αντιληφθούμε ποτέ ότι ερχόμαστε αντιμέτωποι, το ενδεχόμενο να παίρνουμε λειτουργικά μέσα στην κοινωνία τον συμβολικό «ρόλο» που παίρνει στην ταινία η Καμαριέρα του Μπονιουέλ; Aν παίζαμε στην Χαμένη άνοιξη του Τσίρκα, πόσους παρακρατικούς, αντισημίτες και αντικομμουνιστές, θα ήμασταν πρόθυμοι να ενοχοποιήσουμε προκειμένου να αφήσουμε ελεύθερο το πεδίο της πραγμάτωσης ενός δίκαιου οράματος και υποβοηθώντας άρα την Ιστορία να κινηθεί προς την κατεύθυνση που θεωρούμε σωστότερη; Πόσο χαμηλά θα ήμασταν διατεθειμένοι να πέσουμε για να μεταμορφωθούμε σε δεκανίκι της Ιστορίας; Γιατί, εντέλει, νομίζω ότι όντως παίζουμε στην Χαμένη Άνοιξη του Τσίρκα. Και ίσως αρχής γενομένης από την περίπτωση Στρος-Καν, δηλαδή την προθυμία μας να πιστέψουμε ότι αυτός όντως το έκανε γιατί αποκλείεται ένας τύπος σαν αυτόν να μην το έκανε, να αναγκαστούμε να αναρωτηθούμε μήπως χάσουμε  τη δική μας Άνοιξη επειδή την καταστρέφουν οι Καμαριέρες του Μπονιουέλ.


3 σχόλια:

  1. Αλλη οπτική για να το δεις

    http://thepressproject.gr/theme.php?type=blog&id=4886

    Εντάξει βάζω συνέχεια λινκ και θα γίνω γραφικός.
    Παντως ο τόνος που έχουν οι συνελέυσεις όπως τις βλέπω από το ιντερνετ με προβληματίζει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ναι, οκ, είναι μία οπτική. Πάλι όμως για τα καθ'ημάς. Εδώ παίζονται κεφάλια. (ή που θα κρασάρει το σύστημα ή που παγκοσμίως θα πάμε σε γενικό επίπεδο πληθωρισμού για να αποσβεστούν τα χρέη με πρώτες ύλες.) Ήμουν στη συνέλευση την παρασκευή για διόμισυ ώρες. Συγκινήθηκα σε κάποια φάση, να βλέπεις την ιστορία μπροστά σου ολοζώντανη. Θα είμαι εκεί για όσο κρατήσει. Αλλά αυτά τα 700 τρις στα παράγωγα δεν μ' αφήνουν να το απολαύσω. Θα χυθεί πολύ αίμα αν δεν αλλάξουμε μυαλά. -άσε που αυτό το "δεν μας ανήκει το χρέος" έχει αρχίσει να απλώνεται χειρότερα κι από θρησκευτικό δόγμα. Στην Ελλάδα δεν θα μείνει παραγωγική δύναμη ούτε για πλέξιμο σωβρακοφανέλας αν συνεχίσουμε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. ρε ξέχασα το σημαντικότερο, πώς το εννοείς -από ποιά άποψη σε προβληματίζει; ίσως βοηθήσεις κι εμένα έτσι..

    ΑπάντησηΔιαγραφή