Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2011

Aγ-ανακτώντας την εξουσία: συστηματικές σκέψεις πάνω στο πολιτικό πρόταγμα (2)



Χωρίς πολλές θεωρητικολογίες ελπίζω, θα προτείνω κάτι που νομίζω ότι ταιριάζει γάντι σε κάτι που προβληματίζει ολοένα και περισσότερους: είναι αυτό που ο Ζίζεκ ονομάζει απαρνημένη λιμπιντική επένδυση, σε όλο της το τραγικό μεγαλείο συμπυκνωμένο πάνω σ’ εκείνο το μεγάλο πανό μπροστά στη Βουλή που έχει ως κεντρικό του σύνθημα το «Δεν αποχωρούμε αν δεν φύγει η Τρόϊκα, η Κυβέρνηση, και το Χρέος». Νομίζω, καταρχήν, ότι ένα αίτημα σαν αυτό που θέτει το πανό προϋποθέτει τουλάχιστον εκλογές. Βέβαια, ακόμη και τότε, το χρέος θα έφευγε μόνο με αναδιάρθρωση κι ούτε καν ολόκληρο αλλά ένα μέρος του. Σίγουρα πάντως, κάτι τέτοιο προϋποθέτει γενικές εκλογές αφού κανείς απ’ τους μεγάλους, ακόμα κι αν συνεργαστούν σε κυβέρνηση «προσωπικοτήτων» ή «τεχνοκρατών» δεν είναι διατεθειμένος να το κάνει. Αλλά ας σταθούμε λιγάκι σε αυτό ακριβώς. Γιατί να μην υπάρχει ένα μεγάλο και καθολικό αίτημα, που να συμπυκνώνει όλα τα υπόλοιπα που ακούγονται σε μια ολιστική revendication sans phrase, και το οποίο να μην είναι φυσικά άλλο από το, ας πούμε, «Εκλογές»; Γιατί να έχει εγκλωβιστεί το Φαντασιακό των συνθημάτων σε ένα Ασυνείδητο του Λαϊκισμού, τεράστιο και χαοτικό ακόμα και περισσότερο από την ίδια την «επανάσταση»; Γιατί ολιστικοποιούμε την διεκδίκηση λες και μας ρούφηξε μια χρονομηχανή από τους καναπέδες μας για να μας πάει πίσω στο γαλλικό Μάη, που βεβαίως αυτό θα ήταν γύρισμα προς τα εμπρός, μονάχα όμως αν δεν επαναλαμβανόταν ως φάρσα; Ο Ρουσσώ, γράφει ο Ζίζεκ, κατάφερε να το συμπυκνώσει τούτο εδώ μέσα σε λίγες μόλις αράδες, χωρίς ακόμη να έχει την παραμικρή ιδέα για λιμπιντικά απωθημένα και φροϋδικά υποσυνείδητα:  

Tα πρωτόγονα πάθη, που όλα κατατείνουν άμεσα στην ευτυχία μας, που μας κάνουν να ασχολούμαστε μόνο με αντικείμενα τα οποία σχετίζονται με αυτά και που αποκλειστική αφετηρία τους αποτελεί ο amour-de-soi, είναι όλα στη ουσία τους αξιαγάπητα και τρυφερά· όταν, ωστόσο, εκτρέπονται από το αντικείμενο τους λόγω εμποδίων, ασχολούνται περισσότερο με το εμπόδιο από το οποίο προσπαθούν να απαλλαγούν παρά με το αντικείμενο το οποίο προσπαθούν να φτάσουν. Έτσι αλλάζουν φύση και γίνονται αψίθυμα και αποκρουστικά. Με τον τρόπο αυτό, ο amour-de-soi, που είναι ένα ευγενές και απόλυτο συναίσθημα, γίνεται amour-propre, δηλαδή ένα σχετικό συναίσθημα, δια του οποίου το άτομο συγκρίνει τον εαυτό του, ένα αίσθημα που απαιτεί προτιμήσεις, που η απόλαυσή του είναι αμιγώς αρνητική και που δεν πασχίζει να βρει ικανοποίηση στη δική μας ευτυχία, αλλ’ αποκλειστικά και μόνο στη δυστυχία των άλλων”.   

Η διατύπωση αυτή ίσως σε κάποιους ακούγεται γλυκανάλατη, μ’ αυτό το amour να χορεύει στις μύτες ολόκληρη την παράγραφο αλλά νομίζω ότι το περιεχόμενό της είναι σε όλους τρομερά οικείο. Η καταστροφικότητα της ιδιοτέλειας, δεν είναι στην εγωιστική απομόνωση του υποκειμένου –πολύ δε περισσότερο- στην ίδια την αυτοκαταστροφή του όπως θα νομίζαμε, αλλά βρίσκεται στην καταστροφή των Άλλων. Όπως το θέτει παρακάτω ο Ζίζεκ,

“[κατά συνέπεια] ένας κακός άνθρωπος δεν είναι εγωιστής, δεν είναι κάποιος ο οποίος «σκέφτεται μόνο το δικό του συμφέρον». Ένας αληθινός εγωιστής είναι υπερβολικά απασχολημένος να κοιτάζει το δικό του καλό, για να έχει το χρόνο να προκαλέσει δυστυχία στους άλλους. Το κυριότερο ελάττωμα ενός κακού ανθρώπου είναι ακριβώς ότι απασχολεί τη σκέψη του περισσότερο με τους άλλους παρά με τον ίδιο του τον εαυτό. Ο Ρουσσώ περιγράφει με ακρίβεια ένα λιμπιντικό μηχανισμό: την αντιστροφή η οποία προκαλεί τη μετατόπιση της λιμπιντικής επένδυσης από το αντικείμενο στο ίδιο το εμπόδιο”.

Η απαρνημένη λοιπόν λιμπιντική επένδυση αποτυπώθηκε, νομίζω, με τον διαυγέστερο τρόπο στα τηλεοπτικά πλάνα που κυκλοφόρησαν με τις χθεσινοβραδυνές μούτζες στα βουλευτικά αυτοκίνητα που περνάγανε μέσα απ’ τον κόσμο που δεν είχε διαλυθεί ακόμα από τις συγκεντρώσεις. Μία ακατέργαστη αγανάκτηση που μέσα από τον οδοστρωτήρα της απαραίτητης πλέον τηλεοπτικοποίησης προκειμένου να μας ενσωματωθεί ως «νεοταξίτικο» τσιπάκι ανακλητής ανάμνησης, λαμβάνει μία απωθητική διάσταση. Ένα σύμπτωμα παθολογίας, που αν έστω πλησίαζε και κατ’ ελάχιστον στο να είναι προσέγγιση μηδενισμού (με την αγνωστικιστική του διάσταση), τότε τουλάχιστον θα φτιάχναμε ελεύθερους ανθρώπους σε μία ελεύθερη χώρα μέσα σε μία ελεύθερη από προκαθορισμούς και προκαταλήψεις Οικουμένη. Όχι όμως, αυτή τη φορά δεν θα μας τη κάνει η Ιστορία τη χάρη. Νομίζω ότι έχουμε μπλέξει πολύ βαθύτερα απ’ όσο νομίζαμε. Εδώ έχουμε εκείνη την επιλεκτική άρνηση, το ύπουλο φάσμα του απωθημένου ψυχισμού, που λέει: φταίνε οι πολιτικοί. Που εμπεριέχει αναστοχαστικά και μία άλλη ανομολόγητη προφάνεια, μια αλήθεια μυστηριωδώς συγκεκαλυμμένη κάτω από ένα πέπλο συλλογικής παράνοιας που τείνει να γίνει κουραστική: ότι στην πραγματικότητα φταίει η πολιτική των πολιτικών και όχι οι πολιτικοί της πολιτικής. Και το ψυχοκοινωνιολογικό πρόβλημα είναι ότι οι Αγανακτισμένοι -ή τουλάχιστον συντριπτικά πολλοί απ’ αυτούς -αν όχι οι περισσότεροι, όσοι δηλαδή διεκδικούν να λέγονται ακομμάτιστοι γιατί έχουν σιχαθεί τα κόμματα που τους έφεραν στο χάλι της χρεοκοπίας, ποτέ ξανά στο μέχρι πρόσφατο παρελθόν δεν έδειχναν να έχουν πρόβλημα με την ασκούμενη πολιτική όσο αυτή –συστημικά αγέρωχη και εμπράκτως αλαζονική για τους εκτός πολιτικού συστήματος, τους hominess sacri που λέει κι ο Ζίζεκ- διασφάλιζε σε ένα βαθμό την υλική τους ευδαιμονία και την κοινωνική αναπαραγωγή των περιεκτικών τους δογμάτων, για να χρησιμοποιήσω ένα ρωλσιανό όρο. Από το χρονικό σημείο κι έπειτα που τα αυτά και ίδια πολιτικά πρόσωπα ή οι «επίγονοί» τους, απέτυχαν στο να τους παρέχουν ανοιχτές λεωφόρους για την «αυτοπραγμάτωσή» τους, εκείνοι επαναστατούν διεκδικώντας κατ’ ουσίαν να έρθουν κάποιοι άλλοι στα πράγματα -οι όποιοι άλλοι, δεν έχει σημασία πλέον γι’ αυτούς μέσα στον οδυρμό που σκεπάζει κάθε δισταγμό - που θα τους επαναφέρουν σαν παραστρατημένους Πρωτόπλαστους που αμάρτησαν από το χέρι κάποιου άλλου στην προπτωτική τους κατάσταση. Μία κατάσταση που τους ανήκει όχι δικαιωματικά, φαίνεται, αλλά αξιωματικά. Για να συνεχίσουν μακάριοι να αγνοούν την πολιτική, έναντι της οποίας, δικαιωματικά πλέον, προκρίνονται, οι πολιτικοί.


4 σχόλια:

  1. http://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=1298537

    Δλδ είναι όπως τα λέει ετούτη εδώ η κοπελούδα;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Τo http://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=1298537 όχι ευθέως νομίζω, αλλά με μπόλικη "αναστοχαστική" σαφήνεια μιλάει και για αυτό. Δηλαδή τις απωθήσεις εκείνων που ονομάζει "συντηρητικό" κομμάτι των συμμετεχόντων. Φυσικά λέει και πολλά άλλα. Και εντέλει πολύ πιο ουσιώδη απ'όσα ξεκουβαλήθηκε να γράψει η αφεντιά μου. Μένω περισσότερο στην πρόταση για τις πορείες αλληλεγγγύης στις γειτονιές των μεταναστών και την κατάδειξη του υφέρποντος κομματικού μηχανισμού που παρασιτεί σε κάθε προσπάθεια για αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες. Θέλει κοινωνικά αντιβιοτικά δεκαετιών για να οπισθοχωρήσει ένα τέτοιο "μικρόβιο". Που δυστυχώς για μας όλους αποδεικνύεται μακρόβιο. Για τα τεχνικά (και άρα ουσιαστικά) χαρακτηριστικά της συνέλευσης δεν μπορώ ακριβώς να παρακολουθήσω το διάλογο γιατί - αλοίμονο και διόλου τιμητικό για μένα- δεν έχω συμμετάσχει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Καμε καμιά περατζάδα απ εκει να δεις τι παίζει να μας πεις και μας τα ξενάκια γιατί απο το ιντερνέτ δε μπορώ να βγάλω άκρη.

    Απ εδώ πάντως να σε πω μαθαίνω λέει οτι δν θα αντέξει ο μουστάκιας για πολύ. Και έχει κορώσει ο κοντοπούτανος. Απ το ευρώ να μας διώξουν ούτε κουβέντα (τωρα που το πε κ η Αλέκα τέλος) οπότε... ιντα κάμεις σε περίπτωση χούντας;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Αν θες τη γνώμη μου δύο τα τινά... ή που θα πάμε σε εμφύλιο πριν βγούμε απ' το ευρώ ή που θα πάμε σε εμφύλιο αφού μπούμε στη δραχμή. Θα κατέβω πρώτα ο Θεός καλά να 'μαστε, αύριο λέω. Αν είναι έτσι, κάθεσαι εκεί που 'σαι, πώς το λένε, "αυτοεξόριστος".. -αχ, για γέλια ή για κλάμματα, τί να πω δεν ξέρω-

    ΑπάντησηΔιαγραφή