Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγανακτισμένοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγανακτισμένοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 9 Ιουνίου 2011

Αγ-ανακτώντας την Εξουσία: συστηματικές σκέψεις πάνω στο πολιτικό πρόταγμα (4)


Στη συγκέντρωση της Κυριακής η προσέλευση ήταν μεγαλειώδης· άλλωστε διαφημίστηκε δεόντως και από τα τηλεοπτικά μέσα ενημέρωσης που σα να δείχνουν να διψάνε για κάτι, - αίμα τώρα είναι αυτό, σαμπάνια είναι- πολύ σύντομα, νομίζω, θα το δείξει η Ιστορία. Φυσικά, το πραγματικόν της Ιστορίας ουδόλως θα ομοιάζει προς το πραγματικό της προσωπικής μας εμπειρίας, αφού θα διέλθει από την κρεατομηχανή της τηλεοπτικής μνημόνευσης, αυτά τα προβοκατόρικου νατουραλισμού ραπόρτα των δημοσιογραφικών συγκροτημάτων. Κάτι μου λέει πάντως, πως, τούτες οι σάρκες αυτού εδώ του πλήθους, ακόμη κι αν ξεσκιστούν μεταξύ τους με περισσή απερισκεψία κι απλωθούν απέραντο αιμάτινο χαλί στα πόδια του «Ηγέτη» που αναζητούν οι «δημοσκοπήσεις», κιμάς δεν θα γίνουν ποτέ. Γιατί έχει πολύ κόκκαλο τούτο δω το κρέας. Κι ας προσπαθούν ολοένα οι σαπιοκοιλιές του συστήματος  μ’ ένα μπαλτά στο χέρι να το καθαρίσουν.

Στη συνέλευση της Παρασκευής τώρα –πρέπει να το ομολογήσω- ταράχτηκαν οι βεβαιότητές μου για έναν κόσμο που νόμιζα ότι καταλαβαίνω. Ίσα-ίσα χωρούσες να τρυπώσεις στον περιφερειακό δακτύλιο της Κάτω πλατείας που ήταν κατάμεστη από κόσμο κι έπρεπε ν’ ανοίξεις δρόμο σπρώχνοντας για να περάσεις. Στη γωνία απέναντι απ’ τη Βρετάνια η μικροφωνική ενός υπερυψωμένου πόντιουμ σκόρπαγε βραχνές κραυγές στο πλήθος που δίσταζε να προχωρήσει παρακάτω. Μπροστά στον Άγνωστο Στρατιώτη ο χορός των κυμβάλων καλούσε σε εθνεγερσία. Έπρεπε οπωσδήποτε να διέλθεις μέσα απ’ το αλαλάζον πλήθος αν ήθελες να πιάσεις κάτι περισσότερο από εκείνο που η ηχοληψία στο πυκνωτικό του αμπλιφάϊερ είχε ρυθμιστεί να αποδίδει σωστά. Μια πνευματική όαση σε καλούσε να την επισκεφτείς δίπλα στο Συντριβάνι. Εκεί θα έβρισκες να σε περιμένουν μερικές αξιόλογες αποκαλύψεις. Και λίγο μελαγχολικές ίσως.

Καταρχήν η άμεση δημοκρατία είναι συντελούμενο γεγονός στην Πλατεία. Είναι ένα άθλημα ενεργούμενων σχέσεων που λέει κι ο Γιανναράς. Που χλευάστηκε  από υπερβολικά πολλούς δυστυχώς κατά τη γνώμη μου για ‘κείνο το άρθρο του με το γιαούρτωμα, το οποίο όμως, μεταφρασμένο σε μούτζα και αναχθέν σε νομιμοποιημένη αντίδραση εδώ δεν φαίνεται να ενοχλεί κανέναν. Φυσικά ο Γιανναράς είναι μισητός σχεδόν απ’ όλους γιατί γράφει συνεχώς βιβλία που μάλλον δεν τους αφορούν αφού σχεδόν όλοι πορώνονται να διαβάζουν τα οργίλα ξεσπάσματά του στην «αλαφούζειο πατασαβουροφυλλάδα» που είναι και τα μόνα που καταλαβαίνουν, κατά την ταπεινή μου γνώμη. Ίσως γιατί εκεί ο Γιανναράς γράφει στην μόνη γλώσσα που τους είναι οικεία, δηλαδή του κραξίματος. Που είναι και μεγίστη μαλακία, τόσο δικιά του όσο και αυτωνώνε, γιατί εμένα τουλάχιστον, Το Πρόσωπο και ο Έρως μου άλλαξε μερικά πραγματάκια στον τρόπο που σκέφτομαι. Φυσικά ακολούθησε το Προτάσεις Κριτικής Οντολογίας, και το Μετανεωτερική Μεταφυσική, που σε συνδυασμό με το Ρητό και το Άρρητο καθώς και το Ενάντια στη Θρησκεία και το Φανταστικό και Φαντασιώδες στην Πολιτική Οικονομία, κάνουν κάθε καλοπροαίρετο να τον συμπαθήσει. Αφού είναι άλλωστε και Μαρξιστής, με την ευρύτερη έννοια, μιας και ο Μαρξ ήταν Γιανναρικός άθελά του και σε ένα βαθμό, πολύ πριν καν υπάρξει Γιανναράς. Πάντως ο φιλόσοφος του μέλλοντος θα τον διαβάζει τόσο αχόρταγα που θα αναρωτιέται πώς και έφαγε τόσο κράξιμο όσο ζούσε. Και μιλάμε για κράξιμο, όχι απλές κριτικές και μαλακίες. Ισως η κριτική στο κυρίως έργο του -αν έμπαινε στον κόπο φυσικά να ασχοληθεί κανείς σοβαρά μαζί του, να ήταν εποικοδομητική. Ν’ ακούγαμε έναν οντολογικό αντίλογο βρε αδερφέ. Γιατί νισάφι πια μ’ αυτό το αενάως επαναλαμβανόμενο «ο φιλόσοφος της νεοορθοδοξίας». Δηλαδή ο Ράμφος που δεν είναι καν αυτό, πώς δικαιούται δια να ομιλεί; Και λέει και ασυγκρίτως υπέρτερες κοτσάνες απ’ τον Γιανναρά, ο οποίος τις δικές του τουλάχιστον τις φυλάει μόνο για το κοινό του στην αλαφούζειο πατσαβουροφυλλάδα. Κατά τ’ άλλα λέει πεντέξι πραγματάκια που καλό είναι να τα διαβάσουν όλοι. Αν μη τι άλλο για να ξέρουν από τί να προστατεύσουν τα παιδιά τους ρε αδερφέ. Και να μπορούν ενίοτε να επικοινωνήσουν και με την υπόλοιπη ανθρωπότητα που διαβάζει σε 10 γλώσσες τα βιβλία του. Τι να κάνουμε τώρα, δυστυχώς για μας, από τους έλληνες είναι ίσως ο πιο πολυδιαβασμένος στο εξωτερικό· από τους εν ζωή μιλάμε πάντα.

Προτού αφήσω στην άκρη τον αναθεματισμένο το Γιανναρά και συνεχίσω αυτό που ήθελα να πω, δεν μπορώ να αντισταθώ πλέον και αισθάνομαι την ανάγκη να παραθέσω κάτι διευκρινιστικό -που νομίζω σχηματοποιεί την ως άνω εκπεφρασμένη προβληματική. Και μολονότι έψαξα αρκετά, δυστυχώς δεν μπόρεσα να βρω κάτι σχετικό με τη «νέο-ορθοδοξία», οπότε νομίζω αναγκαστικά θα χρειαστεί να αρκεστώ στο παρακάτω.

"Η απαγκίστρωση από τη σισύφεια απαίτηση της «αντικειμενικότητας» δεν σημαίνει οπωσδήποτε και καταφυγή στον υποκειμενισμό ή σχετικισμό της γνώσης. Το αντίθετο της αντικειμενικότητας δεν είναι ο σχετικισμός του υποκειμενισμού (όπως δεν είναι και ο παρορμητικός συναισθηματισμός και άλογος μυστικισμός). Το αντίθετο της αντικειμενικής γνώσης είναι η κοινωνική επαλήθευση της γνώσης, η άρνηση του αντι-κείμενου ερείσματος γνωστικής ορθότητας, -είναι ο διυποκειμενικός συντονισμός των εμπειριών της σχέσης, η κοινωνική εγκυρότητα της γνώσης. [..] Το θεμελιώδες σφάλμα κάθε δογματικής οντολογίας, είναι η εμμονή στη μέτρηση (εκτίμηση) των ποιοτικών πιστοποιήσεων με μέτρα ποσοτικής επισήμανσης, ή η αναγωγή ποιοτικών και ποσοτικών πιστοποιήσεων σε αντι-κείμενα σχήματα νοητικών ορισμών. Έτσι ένας συνεπής υλιστής ερμηνεύει την ποιότητα της καλλιτεχνικής ή επιστημονικής έμπνευσης με την ποσοτική επισήμανση νευροχημικών αντιδράσεων, νευρομεταβιβαστικών διεργασιών κ.λ.π. Και ένας συνεπής ιδεαλιστής ανάγει τους συντελεστές της ιδιομορφίας των φαινομένων στον δεδομένο και ουσιαστικό «λόγο» που τα προκαθορίζει –ταυτίζει την πραγματικότητα με δεδομένα που βρίσκονται έξω από την ανθρώπινη εμπειρία και δίνει νόημα στην ανθρώπινη ύπαρξη καταφεύγοντας σε υπερβατικές, αφηρημένες αρχές και απόλυτες ιδέες. Και στις δύο παραπάνω περιπτώσεις (του υλιστή και του ιδεαλιστή) η αλήθεια ή το ψεύδος των πιστοποιήσεων κρίνεται στο επίπεδο του αντικειμενικού κώδικα επισήμανσης που έχει a priori υιοθετηθεί, και όχι στο επίπεδο της γνωστικής εγκυρότητας που έχει η υπαρκτική εμπειρία της σχέσης. Οπωσδήποτε τα μαθηματικά, λ.χ., είναι μάλλον η αποδοτικότερη γλώσσα (ή κώδικας) για τη γνωστική επισήμανση μιας ορισμένης «περιοχής» της πραγματικότητας, όπως και η ορθή συλλογιστική (η rationatio) για την επισήμανση άλλων «περιοχών» του πραγματικού. Όμως κανένας κώδικας ή δεδομένη γλώσσα δεν μπορεί να ορίσει και γνωστοποιήσει αντικειμενικά την πραγματικότητα μιας ερωτικής «εκπληξης» ή ανακάλυψης, της αισθητικής προτίμησης, της διαισθητικής σύλληψης, της ετερότητας των προσωπικών ενεργειών. Είναι τουλάχιστον αυθαίρετο να θεωρούμε ως πιο «πραγματική» τη μετρητή (αντικειμενική) πιστοποίηση με βάση κάποιον a priori «αξιόπιστο» κώδικα, σε σύγκριση με την άρρητη μοναδικότητα της υποκειμενικής εμπειρίας. Γιατί και στις δύο περιπτώσεις, η πιστοποίηση προκύπτει από τη σχέση (έμμεση ή άμεση) του υποκειμένου με την πραγματικότητα, και από αυτή τη σχέση δεν είναι δυνατό να «εξέλθει» το υποκείμενο για να αξιολογήσει αντικειμενικά το είδος της σχέσης. Γι’ αυτό και κάθε αντικειμενική αξιολόγηση της γνωστικής εγκυρότητας έχει οπωσδήποτε συμβατικό χαρακτήρα, απαραίτητο για τη χρηστική εκδοχή της πραγματικότητας, αλλά ανεπαρκέστατο για την οντολογική ερμηνεία της. Ο τρόπος να πιστοποιούμε την ύπαρξη είναι καταρχήν και μόνο η δική μας υπαρκτική εμπειρία, που δεν υποτάσσεται σε μετρητά μεγέθη και αντικειμενικούς κώδικες επισήμανσης, αλλά επαληθεύεται μόνο με τη διεύρυνση της αναφορικότητας της εμπειρίας –μόνο με την κοινωνική επικύρωση".

Η δική μου λοιπόν εμπειρία στη συνέλευση της Κάτω πλατείας, ήταν –ας το θέσω έτσι- μία μετοχή σε σχέση, όχι με το αυστηρά κυριολεκτικό Κενό Σημαίνον που λέει ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου αλλά με πρόσωπα που γνώριζαν καλά -ή τουλάχιστον διαισθητικά αισθάνονταν- τον λόγο που τους ανέβαζε στο βήμα. Δεν εμφορούνταν –τουλάχιστον όχι μόνο- από μία ακατέργαστη και λαϊκιστικά εκφερόμενη αγανάκτηση αλλά από γνήσια κινηματική διάθεση με προτάσεις. Οι τελευταίες, μπορεί να πει κανείς ότι ήταν σε μία διαδικασία σχηματοποίησης αλλά αυτός δεν είναι άλλωστε και ο χαρακτήρας των αμεσοδημοκρατικών διαδικασιών, η διαρκής αναζήτηση περιεχομένου που θα κενώσει πληρωματικά την προθετικότητα; Φυσικά η κουβέντα χαονώταν πότε από δω και πότε προς τα ‘κεί αλλά οι συμμετέχοντες παρενέβαιναν ενεργητικά τροφοδοτώντας τον ομιλητή με άμεση κριτική για αυτά που λέγονταν την ώρα που λέγονταν.

Οι προτάσεις που τουλάχιστον εγώ ξεχώρισα από εκείνες που ακούστηκαν τις δυόμιση ώρες που έμεινα για να παρακολουθήσω τη συνέλευση ήταν: σύνδεση του κινήματος και βάθεμα της δουλειάς στα σωματεία των εργαζομένων, κάλεσμα σε γενική απεργία (νομίζω τις μέρες πριν την κατάθεση του μεσοπρόθεσμου), ενημέρωση και συνεργασία με κατοίκους στις γειτονιές της Αθήνας που θα οδηγήσουν σε συνελεύσεις, δημιουργία «μικρο-πλατεϊκων» σταθμών ενημέρωσης σε Καπνικαρέα, Ψυρρή, Γκάζι. Φυσικά, όπως προείπα, αυτά όλα είναι μία σούμα πολλών και διαφόρων που ακούστηκαν από τα οποία εγώ σταχυολογώ τα πιο ενδιαφέροντα κατά το δικό μου προσωπικό αισθητήριο, και όχι φυσικά συμφώνως προς κάποια κομματική «ορθοδοξία». Υπήρχαν βέβαια πολλοί ομιλητές που την είχαν δει κάπως και μιλούσαν λίγο παραπάνω «εμπνευσιακά» απ’ όσο πιθανότατα να αρμόζει σε τέτοιες περιπτώσεις (αλήθεια, τί αρμόζει άραγε σ’ αυτές τις περιπτώσεις), κι άλλοι πάλι έκαναν αυτά τα ατελέσφορα σχήματα του τύπου, δεν ξέρω αυτό κι εκείνο ξέρω όμως σίγουρα ότι αυτό και άρα μπορούμε και το πρώτο που είπα ότι δεν ξέρω αρκεί να είμαστε ενωμένοι που δεν ξέρω αν είμαστε αλλά πιστεύω ότι μπορούμε να γίνουμε. Σε γενικές γραμμές πάντως, ήταν εμφανής η πνευματική προσπάθεια να αναζητηθούν δράσεις που θα διευρύνουν και θα συστηματοποιήσουν «αυτό που συμβαίνει εδώ και δέκα μέρες στην πλατεία»   

Ωστόσο μου έκανε εντύπωση μια άποψη που φάνηκε να επικροτεί ο κόσμος της συνέλευσης, περί του αναγκαίου «να μην βάλουμε πρόταγμα για εκλογές». Η συλλογιστική είχε ως εξής: αν μπει αίτημα για εκλογές, ο κόσμος θα παγιδευτεί σε ψευτοδίλημμα που θα αποπροσανατολίσει από την ανεπάρκεια του δικομματικού συστήματος για έξοδο απ’ την κρίση και απλά θα εκτονώσει τη λαϊκή οργή, γεγονός που θα έχει ως αποτέλεσμα το κίνημα που διαμορφώνεται να μπει στον πάγο και όλες οι προσπάθειες να πάνε χαμένες. Ειλικρινά δεν πίστευα ότι άκουγα κάτι τέτοιο γιατί, με το απλό το μυαλουδάκι μου έβαζα ότι μόνη λύση για τον λαό είναι να πάει στις κάλπες και να ψηφίσει αυτόν που θα του δώσει πρόταση. Μετά φυσικά που το ξανασκέφτηκα, συνειδητοποίησα ότι από τη στιγμή που η κοινοβουλευτική Αριστερά θεωρεί την κρίση συστημική του καπιταλισμού –με δεδομένο ότι στην Ελλάδα δεν είχαμε παρά μόνο κρατικομονοπωλειακό νέο-καλαματιανής αποχρώσεως- και η εξωκοινοβουλευτική Αριστερά θεωρεί ότι η κρίση οφείλεται σ’αυτόν τον κρατικομονοπωλειακό καπιταλισμό που υπερχρέωσε το κράτος και λοβοτόμησε τις παραγωγικές δυνάμεις με αποτέλεσμα «να διαρραγεί η σχέση κεφαλαίου-εργασίας» –τη στιγμή που βαθειά καπιταλιστικές χώρες απέραντου νεοφιλελευθερισμού έχουν ακριβώς μια απ’ τα ίδια με μας- τότε θα πρέπει –σκέφτηκα- να είναι εύλογο που δεν μπορούν να πάρουν θέση για το αν πρέπει να κρατικοποιήσουμε τις τράπεζες ή να τις αφήσουμε να καταρρεύσουν, όταν κάνουμε την επαναδιαπραγμάτευση του χρέους με «απειλή αθέτησης πληρωμής», πριν ή αφότου βγούμε απ’ το ευρώ, που φυσικά δεν το ξέρουμε γιατί δεν μπορούμε να αποφασίσουμε με βεβαιότητα πότε καταστρέφεται παραγωγικά η χώρα με λιγότερο σφοδρό τρόπο –και όλα αυτά φυσικά χωρίς να μπορούμε να προβλέψουμε πότε θα βγούμε σε ενιαίο μέτωπο να τα πούμε αυτά στο λαό από τη στιγμή που δεν ξέρουμε πότε θα επιλέξει το Κεφάλαιο να πατήσει το κουμπάκι της αυτοκαταστροφής το οποίο επιθυμούμε να γίνει προτού καν εμείς διανοηθούμε να προτείνουμε στο λαό να μας φέρει στα πράγματα, σαν τον Αντωνάκη δηλαδή που αποφεύγει να θέσει θέμα εκλογών από φόβο μην αποκτήσει αυτό που ονειρεύεται και τελικά προσγειωθεί ο ουρανός στο κεφάλι του. 


Να το πω διαφορετικά: η Αριστερά ψάχνει τον προσανατολισμό της και σου λέει κάνε τουμπέκα μη φάμε εμείς το ξύλο. Σωστός ο συλλογισμός της, αλλά νομίζω πως όλα συντείνουν στο ότι θα βγούμε από το ευρώ. Και φυσικά ας μην έχει κανένας αυταπάτες, δεν πρόκειται ούτε το πασόκ αλλά ούτε και η ν.δ. να μας πάνε μέχρι εκεί. Όχι όσο διατηρούν τον μηχανισμό γη&ύδωρ -που δεν είναι ούτε βούτυρο στο ψωμί του Κεφαλαίου αλλά ούτε και νεοφιλελεύθερη σούπερ ντούπερ συνωμοσία. Απλά το σύστημα ανακάλυψε ότι για να επιβιώσει θα πρέπει να αντιστοιχεί τις ονομαστικές αξίες με συνδεδεμένες εμπράγματες προκειμένου να θέσει υπό περιορισμό τον εφιάλτη του παράγωγου χρήματος. Όχι προς όφελος του Καπιταλισμού, μη σπεύσετε να το δείτε συστημικά, δεν είναι τόσο οραματιστές. Η Μέρκελ, ίσως, μπορεί να κουβαλάει κάτι τέτοιο στο προτεσταντικής ηθικής μυαλουδάκι της. Όλα όμως γίνονται για να μείνουν τα ποσά στα συμβόλαια παραγώγων εκεί που είναι –και λίγο ψηλότερα- χωρίς να καταρρεύσει το σύστημα από θρυαλλίδες που είναι διάσπαρτες παντού στα τερματικά των market desks. Και για να γίνει αυτό θα πρέπει οι «σκελετοί στην ντουλάπα» -βλέπε τοξικά πάσης φύσεως- να αναστηθούν, τουλάχιστον προς ώρας και γιατί όχι, ένεκα παγκοσμίου ισορροπίας και διεθνούς συσχετισμού δυνάμεων ακόμα και σαν εκείνο τον κακομοίρη τον Μπέρνι στο «Τρελό Σαββατοκύριακο»· νομίζω τον θυμόμαστε όλοι.    

Το βασικότερο και πιο απτό παράδειγμα αυτού που λέω είναι το ζήτημα με τις τράπεζες. Δεν τις θέλει κανένας. Όλοι το κοιτάνε το θέμα με άπειρο δέος, και όπως ακριβώς επικρατεί για το χρέος το γενικό και αόριστο «αναδιάρθρωση» (που από restructuring μετασχηματίστηκε σε reprofiling, αναδιάταξη –και εσχάτως rescheduling, αναπρογραμματισμός), με τις τράπεζες κυκλοφορεί το -εξίσου αόριστο και ολιστικό που θα εξαφανίσει το πρόβλημα εν ριπή οφθαλμού- «ανακεφαλαίωση» (recapitalization). H ανακεφαλαίωση θα έρθει ως δια μαγείας από λεφτά που θα βγούνε μέσα από ένα μαγικό καπέλο σε συνδυασμό με μια αναθεώρηση προς τα κάτω της Βασιλείας ΙΙ και μια ήπια ή ολική κρατικοποίηση μερικών τραπεζών που όμως θα πρόκειται περί ευρωενωσιοποίησης των τραπεζών και όχι κρατικοποίησης αφού στο κράτος δεν ανήκει τίποτα παρά μόνο λεφτά που δανείζεται με την πλάτη άλλων. Αυτοί στο τέλος θα δημιουργήσουν μία υπερ-τράπεζα για τις προβληματικές χώρες της περιφέρειας που θα ελέγχει το κυκλοφορούν χρήμα με τις ίδιες πρακτικές που εφαρμόστηκαν στην Κατοχή από τους Ιταλούς και τους Γερμανούς. Στην διαδικασία μέσα θα ρουφάνε ό,τι υπάρχει σαν μαύρες τρύπες.

Το άλλο σενάριο είναι να βγούμε απ΄ το ευρώ. Θα χτυπάμε το κεφάλι μας στον τοίχο για καιρό αλλά θα ματώσουμε και θα γλιτώσουμε το εγκεφαλικό. Οι μεταβιβάσεις θα γίνονται με δραχμές, έστω π.χ με αρχική ισοτιμία. 1:1 αλλά με αυτόματη υποτίμηση όσο το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας που λένε, ο μισθός σε δραχμές θα αντιστοιχεί max στα ¾ του παλαιού. Αυτό θα έρθει τελικά και θα πέσει ώσπου να ισορροπήσει στα σημεία που μόνο οι οργιώδεις καμπύλες των φαραωνικών οικονομολόγων γνωρίζουν, που όμως όσο δεν μειώνεται το έλλειμμα, φοβάμαι πως ούτε κι αυτοί μπορούν να το απαντήσουν με βεβαιότητα. Οι μεταβιβάσεις πληρωμένες σε δραχμές θα είναι το απόλυτο τίποτα αλλά μόνο για προϊόντα εισαγωγής. Τα υπόλοιπα θα είναι νορμάλ λόγω της εσωτερικής καθολικής δραχμικής υποτίμησης, πλην του κόστους πρώτων υλών που ενσωματώνουν, βλέπε πετρέλαιο κ.λ.π. Οπότε πάλι θα είμαστε λίγο σαν ελληνική ταινία του ’50. Αλλά τουλάχιστον θα έχουμε όρεξη για δουλειά αφού θα πληρώνουμε λιγότερους φόρους και θα ξέρουμε περίπου τί μας ξημερώνει. Φτώχεια δηλαδή αλλά δίχως φόβο και με μπόλικη έμπνευση.
Δίχως φόβο αδέρφια· και μπόλικη έμπνευση σύντροφοι.   

Πριν ολοκληρώσω όμως τούτο ‘δω το συλλογισμό μου και καθόσον φρονώ ότι εντέλει όλα καταλήγουν στο αν θα μείνουμε εντός ευρώ και θα παίρνουμε δάνεια εκχωρώντας κυριαρχία και εφαρμόζοντας διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις (μαλλον κάτι τέτοιο θα αναφερθεί και στο δημοψήφισμα, >…”or else”..) ή αν θα επιλέξουμε να πληρώνουμε τις μεταβιβάσεις σε δραχμές διατηρώντας τα ελλείμματα για να ‘χουμε ψήφους και ζώντας εν γένει σαν λατινοαμερικάνικη μπανανία (που ομολογουμένως δεν είναι και τόσο κακό σενάριο μπροστά στην εξαθλιωτική δεκαπενταετία που αν επιβεβαιωθούν μερικές απλές λογικές υποθέσεις μας περιμένει γιατί αργήσαμε κιόλας), θέλω να μείνω λίγο στο εξής παράδοξο: ενώ οι ελίτ διαρρηγνύουν τα ιμάτια τους ότι μια τέτοια πορεία (ευρωενωσιακή) είναι απαραίτητη μας λένε για το καλό της οικονομίας αν και ίσως όχι τόσο καλή για τον λαό αφού συνεπάγεται τεράστιες θυσίες –τουλάχιστον πρόσκαιρα- το αντίθετο, δηλάδή μία μη ευρωενωσιακή πορεία με μία πιθανότατη επιστροφή στη δραχμή, θα ήταν πισωγύρισμα που θα έστελνε τη χώρα πολλά χρόνια πίσω και το βιοτικό μας επίπεδο στη δεκαετία του ΄50. Ενώ δηλαδή στην πρώτη περίπτωση το επιχείρημα είναι συστημικό, υπέρ του γενικού καλού της χώρας και της διάσωσης της ελληνικής οικονομίας (ή ακόμα και του καπιταλισμού εν γένει επικαλούμενοι ακόμα και πανευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό κραχ και κατόπιν παγκόσμιο) (!), στη δεύτερη περίπτωση το επιχείρημα είναι συναισθηματικό και προσπαθεί να αφυπνίσει τα υλιστικά ανακλαστικά του λαού περί αποφυγής διολίσθησης εις την ιστορική Ψωροκώσταινα που θα έχει ως αποτέλεσμα να εκμηδενίσει το ελληνοαλβανικό γκρηκ ντρημ, αυτή τη Μεγάλη Πορεία του Μάο από τα σκληροτράχηλα βουνά του Χότζα στους τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας του Αντρέα. Είναι λοιπόν, νομίζω, προφανές ότι, «οι ελίτ» θέλουν μανιασμένα το ευρώ κι έχουν ξεσκιστεί να το υποστηρίζουν. Ο λαός απ’ την άλλη ονειρεύεται τη δραχμούλα, τότε που έπιανες κανονικά λεφτά στα χέρια σου αντί για μπογιατισμένα χαρτάκια. Απλά το θέμα είναι να «ενημερωθεί» για τις τραγικές συνέπειες που κάτι τέτοιο μπορεί να επιφέρει «στη χώρα». Αγνοώντας όμως φυσικά -και τώρα και τότε- πώς διάολο θα γίνει αυτή η περίφημη «παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας», που, και στην πρώτη και τη δεύτερη περίπτωση, θα τον βγάλει από τη φτώχεια. Πού όμως πάλι δεν θα λύσει το ηθικό ζήτημα της όποιας αναδιανομής, εφόσον δεν λειτουργούν οι θεσμοί που προστατεύουν τη δημοκρατία. Την οποία ίσως, πολύ σύντομα βαλθούμε να φλερτάρουμε με την ιδέα να την πετάξουμε στο χρονοντούλαπο –τουλάχιστον έτσι όπως τη γνωρίσαμε ετούτη εδώ.     

Σήμερα θα περάσω απ’ τη συνέλευση στο Χαλάνδρι. Να δώ και γνώριμες φάτσες μπας και παίξει και πολιτικός σκυλοκαβγάς και το φχαριστηθώ. Όμως τα πράματα θέλουνε δρόμο ακόμη. Στην Κάτω πλατεία ξεκίνησα να πηγαίνω την προηγούμενη Παρασκευή, δέκατη μέρα της συνέλευσης. Έχω χάσει λοιπόν πολλές. Η Ιστορία θα δείξει αν πήγα πολύ αργά, ή πολύ νωρίς.
Καλώ όλους να συμμετέχουν κι αυτοί στις δικές τους, όπου γίνονται. Και να μην υποκύπτουν στον Φόβο Μπροστά στην Ελευθερία.


Πέμπτη 2 Ιουνίου 2011

Aγ-ανακτώντας την Εξουσία: συστηματικές σκέψεις πάνω στο πολιτικό πρόταγμα (3)



Αφού υπέπεσε στην προσοχή μου ένα κείμενο που δημοσιεύτηκε νομίζω για πρώτη φορά εδώ, με χτύπησε απότομα και δεν μπόρεσα να αποφύγω τη σκέψη μιας φοβερής αντινομίας. Αντινομία που μόνο καθ’ υπερβολή μπορεί να χαρακτηριστεί ως τέτοια, γιατί στην ουσία, μέσα και γύρω από την φοβερή terra incognita ενός θεσμίζοντος φαντασιακού, ο νόμος δεν μένει παρά ένα άδειο κέλυφος, μία συγκατάβαση αποστερημένη από το ιδρυτικό της έρεισμα, την πάλαι ποτέ κοινωνικά διευρυμένη δημοκρατική νομιμοποίηση πάνω στην οποία θεμελιώθηκε. Και εξηγούμαι παρακάτω:

Στη Χαμένη Άνοιξη του Τσίρκα, οι πρωταγωνιστές μπαίνουν μέσα στη θύελλα των Ιουλιανών του ’65. Οι χαρακτήρες άγονται και φέρονται από προσωπικά πάθη που όμως ξεχύνονται σαν εκστατικές πινελιές αυτομηδενισμού πάνω στον καμβά της δίνης των πολιτικών γεγονότων. Τα τελευταία είναι αυτά που σε πρώτο χρόνο δημιουργούν τις δράσεις, οι οποίες γεννούν τις αντι-δράσεις των προσώπων του μυθιστορήματος. Όλοι δείχνουν να συμμετέχουν σ’ αυτά αλλά κανείς δεν τα διαμορφώνει: η ιστορία μοιάζει να ξεχύνεται με μία ακαταμάχητη ορμή που εκμηδενίζει τα υποκείμενα. Όχι όμως όλα· υπάρχει μία εξαίρεση που διατέμνει τη ραχοκοκαλιά της πλοκής: εξαιρούνται από τον ιδιότυπο ιστορικό αποκλεισμό τα υποκείμενα εκείνα που ανήκουν ή σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με το παρακράτος της δεξιάς του παλατιού και της αμερικάνικης πρεσβείας. Αυτά έχουν μία σκανδαλώδη πρόσβαση στους μηχανισμούς του ιστορικού γίγνεσθαι. Για την ακρίβεια, μοιάζουν να αποτελούν καλολαδωμένα γρανάζια αυτού του μυστηριώδους μηχανισμού για τον οποίο κανείς δεν μπορεί να συμπεράνει εύκολα (ούτε καν ο συνομωσιολόγος «σύνδεσμος» του Τσίρκα με τον οποίο συναντιέται στο παγκάκι του Εθνικού Κήπου) για το πώς η Ιστορία αποφάνθηκε με τόσο θλιβερά κατηγορηματικό τρόπο εναντίον του «Γέρου της δημοκρατίας». Είναι μία καθηλωτική, θαρρείς, άσκηση σαρτρικού υπαρξισμού που κάνει ο Τσίρκας –που βάζει τον εαυτό του να πρωταγωνιστεί σαν μια ακοίμητη συνείδηση της Αριστεράς που έχει πρόβλημα με τον εαυτό της- καθηλωτική, όσο και βασανιστικά μοναχική: η παρουσία ως εκκωφαντική απουσία για τις δημοκρατικές δυνάμεις της Αριστεράς και η απουσία ως πανταχού παρούσα μηχανορραφία για την παρακρατική Δεξιά.

Έτσι λοιπόν -και μέσα σε αυτά τα δεδομένα πλαίσια- ίσως αυτό το συγκλονιστικό βιβλίο του Στρατή Τσίρκα να μην ήταν παρά ένα ακόμη μακρινό ξαδερφάκι κλασικής κατασκοπευτικής ταινίας που απλά θα υμνούσε μέσα στην εντοπιότητα των επιρροών του μια ακόμα πτυχή της «ελληνικότητας», αυτήν ας πούμε του νευρώδους και περήφανου εραστή που δεν διανοείται να μοιραστεί τη σύντροφό του ούτε με τον ίδιο του τον εαυτό από ενδόμυχο φόβο μην απωλέσει για πάντα μία συγκροτημένη προσωπικότητα που με κόπο συνέταξε μέσα από την προσωπική του διαδρομή και που –σαν γνήσιος επίγονος της Ορθολογικής Νεωτερικότητας ο οποίος θέτει σε ακαδημαϊκή αντίστιξη κάθε ψευτοδίλημμα της καθημερινότητας- πιθανότατα θα βρεθεί αναγκασμένος να τη θυσιάσει συμμετέχοντας στο ερωτικό άρρητο της προσωπικής σχέσης. Πιθανόν, λέω, δεν είμαι σίγουρος, απλώς κάνω μια υπόθεση.

Όμως ο Τσίρκας κατάφερε να βάλει στο έργο ένα εύρημα το οποίο –ασχέτως αν όντως το κάνει εκούσια ή απλά του συνέβη- αναδιαμορφώνει τις ισορροπίες του σαρτρικού μηχανισμού της ύπαρξης και αλλάζει όλη την πνοή του βιβλίου: τις σκηνές που το υποκείμενο από μοναδιαία κατακερματισμένη οντότητα γίνεται φορέας της Ιστορίας, όταν τα άτομα -το καθένα λιγότερο ή περισσότερο «παραστρατημένο» ή και αποπροσανατολισμένο τελείως- συγκροτούν σχέσεις, ερωτεύονται τον εαυτό τους στο πρόσωπο του άλλου και προσδίδοντας του εν τέλει τον σεβασμό που του είχαν αποστερήσει μέσα στην απομονωτική διάσταση της αυτοτέλειας που διεκδικούσαν για λογαριασμό του, ενώνονται σ’ ένα ποτάμι που ξεχύνεται ορμητικά για να ξεπλύνει την καμμένη γη από τη δολοφονία του Σωτήρη Πέτρουλα. Αυτή είναι η μία σκηνή που μου ‘ρχεται στο μυαλό. Η άλλη είναι mutatis mutandis, το πλήθος που συρρέει φωνάζοντας συνθήματα υπέρ του Γέρου, που ενέχει μέσα σε ολόκληρο το βιβλίο το ρόλο του συμβόλου της αναιμικής δημοκρατίας που ψυχορραγεί, -υπό τη συνοδεία πάντα μια υποβόσκουσας απολογητικής, σαν τελευταία έκκληση του Τσίρκα να υπενθυμίσει στα «πολιτικά γραφεία» πως το χρέος για συμπόρευση με τους διευρυμένους κοινωνικούς αγώνες δεν είναι ποτέ αργά για να πληρωθεί -αν όχι ένεκα της Ιστορίας, τουλάχιστον της λογοτεχνίας.

Έτσι λοιπόν αφού εξέθεσα όλα τα παραπάνω θα αναρωτιέται πιθανώς κανείς πού στα κομμάτια βλέπω την αντινομία. Αν συγκρίνουμε τη Χαμένη Άνοιξη του Τσίρκα με την κινηματογραφική απόδοση του Le Journal dUne Femme de Chambre του Μπονιουέλ, θα μας γίνει άμεσα ορατή. Η καμαριέρα που πάει εσώκλειστη στους παρακμιακούς εύπορους αστούς δεν είναι χωριάτισσα αλλά κατάγεται και η ίδια από ένα περιβάλλον μιμητικό της αστικής κουλτούρας. Είναι παριζιάνα και «ξέρει να ντύνεται αν και είναι αμφίβολο πού βρίσκει τα λεφτά». Παρακολουθεί τα κακώς κείμενα των αφεντικών της και δείχνει να πατάει καλά στην κριτική που τους ασκεί. Χαρακτηρίζει όμως τον επιστάτη ρουφιάνο επειδή αποκάλυψε ότι την είδε να μιλάει με τον κακό γείτονα-Άλλο. Ο επιστάτης, ένας ενεργά πολιτικοποιημένος αντισημίτης και αντικομμουνιστής της δεκαετίας του ’30 στην Γαλλία, της εκφωνεί λογύδριο για την δεκαπενταετή του αφοσίωση στα αφεντικά τους που μέχρι χθες ήταν δύο παντελώς άγνωστοι για την ίδια. Όταν μετά την δολοφονία της μικρής ψυχοκόρης -που κατά τα φαινόμενα του σεναρίου την έχει σκοτώσει (και βιάσει) ο επιστάτης- η καμαριέρα βέβαιη για την ενοχή του αποφασίσει να τον ξεσκεπάσει, κατασκευάζει προς τούτο ακόμα και ψεύτικα ενοχοποιητικά στοιχεία. Το αφεντικό της όμως, που σε όλη την ταινία διακατέχεται εμφανώς από ανικανοποίητες σεξουαλικές ορμές κατορθώνει και μένει στο απυρόβλητο, τόσο γιατί δεν τον ενοχλεί η αστυνομία -καθότι αριστοκράτης υπεράνω υποψίας- όσο και επειδή ο αναγνώστης δεν διανοείται καν ότι η αλήθεια θυσιάζεται στην πλοκή προκειμένου να αποκαλυφθούν οι meta-αλήθειες. Είναι τόσο προκατειλημμένος απέναντι στα χαρακτηριστικά του επιστάτη που σχεδόν εξ’ ορισμού λαμβάνει ως δεδομένο ότι αυτός βίασε και σκότωσε την ψυχοκόρη. Όμως πέρα από τα προσωπικά του στοιχεία που δείχνουν ότι και ο ίδιος δεν θα μπορούσε να διανοηθεί να το κάνει, ακόμα και αυτή η ίδια η αμφισβητούμενη σκηνή που τον δείχνει να τρέχει προς το δάσος θα μπορούσε κάλλιστα να είναι επειδή ακούει τις φωνές της ψυχοκόρης που τη βιάζει κάποιος άλλος κι αυτός τρέχει για να τη σώσει. Άλλωστε, της έχει ήδη πει σε κάποια σκηνή πιάνοντάς την ασφυκτικά από το λαιμό: κοίτα στα μάτια μου και πες μου τι βλέπεις –βλέπω τον εαυτό μου- βλέπεις τον εαυτό σου γιατί σε αγαπάω απεριόριστα…

Αυτό το πρόσωπο λοιπόν, κατά πάσα πιθανότητα, δεν θα μπορούσε ποτέ να έχει διαπράξει αυτό το έγκλημα κι όμως καθίσταται μισητότερος όλων. Ο παρηκμασμένος όμως (και πιθανόν Εβραίος για την πλοκή) αριστοκράτης -με τα ψυχολογικά προβλήματα και τον αποτυχημένο γάμο, είναι υπεράνω πάσης υποψίας για το έγκλημα, παρά το γεγονός ότι σε όλη την ταινία επαναλαμβάνει μία αρρωστημένη πρακτική που εύκολα θα μπορούσε να είχε κάνει και στην ψυχοκόρη. Η ταινία δεν νομίζω ότι πράγματι έχει γίνει αντιληπτή από μία τέτοια οπτική (τουλάχιστον δεν ξέρω εγώ μία ανάλογη) και το λέω προκειμένου να δείξω ότι δεν χρειάζεται να είναι όντως έτσι όπως την περιγράφω εγώ. Όμως με το χαρακτηριστικό φινάλε όταν στην πορεία ακούγονται τα συνθήματα της συντηρητικά ξενοφοβικής Action Francaise και –μεταξύ άλλων- αποδεικνύεται ότι ο επιστάτης παρέμεινε πιστός στο «όνειρό» του (να φτιάξει μαγαζί, να παντρευτεί συγκεκριμένο τύπο γυναίκας, να εξυπηρετεί τον γαλλικό στρατό κτλ), αποδεικνύεται ότι η μόνιμη «έντιμη» (με την έννοια της ανιδιοτέλειας) στάση ανάμεσα στα πρόσωπα της ταινίας ήταν η δική του. Η καμαριέρα παντρεύεται τον μεγαλύτερης ηλικίας προαιώνιο εχθρό του αφεντικού της, με τον οποίο τώρα είναι φίλοι. Στη διαθήκη του της αφήνει την περιουσία του. Η πιστή υπηρέτρια που για χρόνια τον φρόντιζε ώσπου να εμφανιστεί εκείνη ως καμαριέρα των εχθρών του, δεν απόλαυσε ποτέ κάτι τέτοιο· και φυσικά, πολλά ακόμη που δεν χρειάζεται να αναφερθούν αλλά συντείνουν νομίζω στο ίδιο συμπέρασμα.

Είναι άραγε λοιπόν -αναρωτιέται κανείς- ένα από τα πολλά πιθανά με τα οποία να μην αντιληφθούμε ποτέ ότι ερχόμαστε αντιμέτωποι, το ενδεχόμενο να παίρνουμε λειτουργικά μέσα στην κοινωνία τον συμβολικό «ρόλο» που παίρνει στην ταινία η Καμαριέρα του Μπονιουέλ; Aν παίζαμε στην Χαμένη άνοιξη του Τσίρκα, πόσους παρακρατικούς, αντισημίτες και αντικομμουνιστές, θα ήμασταν πρόθυμοι να ενοχοποιήσουμε προκειμένου να αφήσουμε ελεύθερο το πεδίο της πραγμάτωσης ενός δίκαιου οράματος και υποβοηθώντας άρα την Ιστορία να κινηθεί προς την κατεύθυνση που θεωρούμε σωστότερη; Πόσο χαμηλά θα ήμασταν διατεθειμένοι να πέσουμε για να μεταμορφωθούμε σε δεκανίκι της Ιστορίας; Γιατί, εντέλει, νομίζω ότι όντως παίζουμε στην Χαμένη Άνοιξη του Τσίρκα. Και ίσως αρχής γενομένης από την περίπτωση Στρος-Καν, δηλαδή την προθυμία μας να πιστέψουμε ότι αυτός όντως το έκανε γιατί αποκλείεται ένας τύπος σαν αυτόν να μην το έκανε, να αναγκαστούμε να αναρωτηθούμε μήπως χάσουμε  τη δική μας Άνοιξη επειδή την καταστρέφουν οι Καμαριέρες του Μπονιουέλ.


Τετάρτη 1 Ιουνίου 2011

Aγ-ανακτώντας την εξουσία: συστηματικές σκέψεις πάνω στο πολιτικό πρόταγμα (2)



Χωρίς πολλές θεωρητικολογίες ελπίζω, θα προτείνω κάτι που νομίζω ότι ταιριάζει γάντι σε κάτι που προβληματίζει ολοένα και περισσότερους: είναι αυτό που ο Ζίζεκ ονομάζει απαρνημένη λιμπιντική επένδυση, σε όλο της το τραγικό μεγαλείο συμπυκνωμένο πάνω σ’ εκείνο το μεγάλο πανό μπροστά στη Βουλή που έχει ως κεντρικό του σύνθημα το «Δεν αποχωρούμε αν δεν φύγει η Τρόϊκα, η Κυβέρνηση, και το Χρέος». Νομίζω, καταρχήν, ότι ένα αίτημα σαν αυτό που θέτει το πανό προϋποθέτει τουλάχιστον εκλογές. Βέβαια, ακόμη και τότε, το χρέος θα έφευγε μόνο με αναδιάρθρωση κι ούτε καν ολόκληρο αλλά ένα μέρος του. Σίγουρα πάντως, κάτι τέτοιο προϋποθέτει γενικές εκλογές αφού κανείς απ’ τους μεγάλους, ακόμα κι αν συνεργαστούν σε κυβέρνηση «προσωπικοτήτων» ή «τεχνοκρατών» δεν είναι διατεθειμένος να το κάνει. Αλλά ας σταθούμε λιγάκι σε αυτό ακριβώς. Γιατί να μην υπάρχει ένα μεγάλο και καθολικό αίτημα, που να συμπυκνώνει όλα τα υπόλοιπα που ακούγονται σε μια ολιστική revendication sans phrase, και το οποίο να μην είναι φυσικά άλλο από το, ας πούμε, «Εκλογές»; Γιατί να έχει εγκλωβιστεί το Φαντασιακό των συνθημάτων σε ένα Ασυνείδητο του Λαϊκισμού, τεράστιο και χαοτικό ακόμα και περισσότερο από την ίδια την «επανάσταση»; Γιατί ολιστικοποιούμε την διεκδίκηση λες και μας ρούφηξε μια χρονομηχανή από τους καναπέδες μας για να μας πάει πίσω στο γαλλικό Μάη, που βεβαίως αυτό θα ήταν γύρισμα προς τα εμπρός, μονάχα όμως αν δεν επαναλαμβανόταν ως φάρσα; Ο Ρουσσώ, γράφει ο Ζίζεκ, κατάφερε να το συμπυκνώσει τούτο εδώ μέσα σε λίγες μόλις αράδες, χωρίς ακόμη να έχει την παραμικρή ιδέα για λιμπιντικά απωθημένα και φροϋδικά υποσυνείδητα:  

Tα πρωτόγονα πάθη, που όλα κατατείνουν άμεσα στην ευτυχία μας, που μας κάνουν να ασχολούμαστε μόνο με αντικείμενα τα οποία σχετίζονται με αυτά και που αποκλειστική αφετηρία τους αποτελεί ο amour-de-soi, είναι όλα στη ουσία τους αξιαγάπητα και τρυφερά· όταν, ωστόσο, εκτρέπονται από το αντικείμενο τους λόγω εμποδίων, ασχολούνται περισσότερο με το εμπόδιο από το οποίο προσπαθούν να απαλλαγούν παρά με το αντικείμενο το οποίο προσπαθούν να φτάσουν. Έτσι αλλάζουν φύση και γίνονται αψίθυμα και αποκρουστικά. Με τον τρόπο αυτό, ο amour-de-soi, που είναι ένα ευγενές και απόλυτο συναίσθημα, γίνεται amour-propre, δηλαδή ένα σχετικό συναίσθημα, δια του οποίου το άτομο συγκρίνει τον εαυτό του, ένα αίσθημα που απαιτεί προτιμήσεις, που η απόλαυσή του είναι αμιγώς αρνητική και που δεν πασχίζει να βρει ικανοποίηση στη δική μας ευτυχία, αλλ’ αποκλειστικά και μόνο στη δυστυχία των άλλων”.   

Η διατύπωση αυτή ίσως σε κάποιους ακούγεται γλυκανάλατη, μ’ αυτό το amour να χορεύει στις μύτες ολόκληρη την παράγραφο αλλά νομίζω ότι το περιεχόμενό της είναι σε όλους τρομερά οικείο. Η καταστροφικότητα της ιδιοτέλειας, δεν είναι στην εγωιστική απομόνωση του υποκειμένου –πολύ δε περισσότερο- στην ίδια την αυτοκαταστροφή του όπως θα νομίζαμε, αλλά βρίσκεται στην καταστροφή των Άλλων. Όπως το θέτει παρακάτω ο Ζίζεκ,

“[κατά συνέπεια] ένας κακός άνθρωπος δεν είναι εγωιστής, δεν είναι κάποιος ο οποίος «σκέφτεται μόνο το δικό του συμφέρον». Ένας αληθινός εγωιστής είναι υπερβολικά απασχολημένος να κοιτάζει το δικό του καλό, για να έχει το χρόνο να προκαλέσει δυστυχία στους άλλους. Το κυριότερο ελάττωμα ενός κακού ανθρώπου είναι ακριβώς ότι απασχολεί τη σκέψη του περισσότερο με τους άλλους παρά με τον ίδιο του τον εαυτό. Ο Ρουσσώ περιγράφει με ακρίβεια ένα λιμπιντικό μηχανισμό: την αντιστροφή η οποία προκαλεί τη μετατόπιση της λιμπιντικής επένδυσης από το αντικείμενο στο ίδιο το εμπόδιο”.

Η απαρνημένη λοιπόν λιμπιντική επένδυση αποτυπώθηκε, νομίζω, με τον διαυγέστερο τρόπο στα τηλεοπτικά πλάνα που κυκλοφόρησαν με τις χθεσινοβραδυνές μούτζες στα βουλευτικά αυτοκίνητα που περνάγανε μέσα απ’ τον κόσμο που δεν είχε διαλυθεί ακόμα από τις συγκεντρώσεις. Μία ακατέργαστη αγανάκτηση που μέσα από τον οδοστρωτήρα της απαραίτητης πλέον τηλεοπτικοποίησης προκειμένου να μας ενσωματωθεί ως «νεοταξίτικο» τσιπάκι ανακλητής ανάμνησης, λαμβάνει μία απωθητική διάσταση. Ένα σύμπτωμα παθολογίας, που αν έστω πλησίαζε και κατ’ ελάχιστον στο να είναι προσέγγιση μηδενισμού (με την αγνωστικιστική του διάσταση), τότε τουλάχιστον θα φτιάχναμε ελεύθερους ανθρώπους σε μία ελεύθερη χώρα μέσα σε μία ελεύθερη από προκαθορισμούς και προκαταλήψεις Οικουμένη. Όχι όμως, αυτή τη φορά δεν θα μας τη κάνει η Ιστορία τη χάρη. Νομίζω ότι έχουμε μπλέξει πολύ βαθύτερα απ’ όσο νομίζαμε. Εδώ έχουμε εκείνη την επιλεκτική άρνηση, το ύπουλο φάσμα του απωθημένου ψυχισμού, που λέει: φταίνε οι πολιτικοί. Που εμπεριέχει αναστοχαστικά και μία άλλη ανομολόγητη προφάνεια, μια αλήθεια μυστηριωδώς συγκεκαλυμμένη κάτω από ένα πέπλο συλλογικής παράνοιας που τείνει να γίνει κουραστική: ότι στην πραγματικότητα φταίει η πολιτική των πολιτικών και όχι οι πολιτικοί της πολιτικής. Και το ψυχοκοινωνιολογικό πρόβλημα είναι ότι οι Αγανακτισμένοι -ή τουλάχιστον συντριπτικά πολλοί απ’ αυτούς -αν όχι οι περισσότεροι, όσοι δηλαδή διεκδικούν να λέγονται ακομμάτιστοι γιατί έχουν σιχαθεί τα κόμματα που τους έφεραν στο χάλι της χρεοκοπίας, ποτέ ξανά στο μέχρι πρόσφατο παρελθόν δεν έδειχναν να έχουν πρόβλημα με την ασκούμενη πολιτική όσο αυτή –συστημικά αγέρωχη και εμπράκτως αλαζονική για τους εκτός πολιτικού συστήματος, τους hominess sacri που λέει κι ο Ζίζεκ- διασφάλιζε σε ένα βαθμό την υλική τους ευδαιμονία και την κοινωνική αναπαραγωγή των περιεκτικών τους δογμάτων, για να χρησιμοποιήσω ένα ρωλσιανό όρο. Από το χρονικό σημείο κι έπειτα που τα αυτά και ίδια πολιτικά πρόσωπα ή οι «επίγονοί» τους, απέτυχαν στο να τους παρέχουν ανοιχτές λεωφόρους για την «αυτοπραγμάτωσή» τους, εκείνοι επαναστατούν διεκδικώντας κατ’ ουσίαν να έρθουν κάποιοι άλλοι στα πράγματα -οι όποιοι άλλοι, δεν έχει σημασία πλέον γι’ αυτούς μέσα στον οδυρμό που σκεπάζει κάθε δισταγμό - που θα τους επαναφέρουν σαν παραστρατημένους Πρωτόπλαστους που αμάρτησαν από το χέρι κάποιου άλλου στην προπτωτική τους κατάσταση. Μία κατάσταση που τους ανήκει όχι δικαιωματικά, φαίνεται, αλλά αξιωματικά. Για να συνεχίσουν μακάριοι να αγνοούν την πολιτική, έναντι της οποίας, δικαιωματικά πλέον, προκρίνονται, οι πολιτικοί.


Τρίτη 31 Μαΐου 2011

κίνημα των Αγανακτισμένων:

Aγ-ανακτώντας την Εξουσία: 
συστηματικές σκέψεις πάνω στο πολιτικό πρόταγμα

Αν δεχτούμε τον λόγο της φανέρωσης των πραγμάτων ως μία ατελώς (πάντοτε) κατά την υποκειμενική μας αντίληψη εκπεφρασμένη σημαντική της ουσίας τους, τότε δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τις πολιτικές προεκτάσεις που αυτό σηματοδοτεί στο πεδίο της πολιτικής σχέσης του Υποκειμένου με το κοινωνικό αιτούμενο, που οφείλει να είναι το πολιτικό ζήτημα/πρόταγμα των καιρών μας. Αυτό που συμβαίνει στην πλατεία του Συντάγματος πρέπει ab initio να το αντιδιαστείλουμε προς κάθε μορφή εξάρτησης (δηλωτική σχέσης αλλοτριωμένης) του προτάγματος από τις μέχρι τώρα μορφές του που σχηματοποιούνται στα προγράμματα των κοινοβουλευτικών κομμάτων. Ο λόγος για τον οποίο οφείλουμε καταρχάς να το κάνουμε είναι προφανής: τα πολιτικά κόμματα αν και εκφέρουν πολυδιάστατο λόγο με ποικίλες διαφορές στην άρθρωση και το περιεχόμενο του που συχνά προκρίνει φαινομενικά ακόμη και την πλήρη ρήξη με τις πολιτικές συνθήκες και προϋποθέσεις  που οδήγησαν την Ελλάδα στην χρεοκοπία (κάνοντας λόγο για απομάκρυνση τις χώρας από τις ευρωπαϊκές κοινότητες, έξοδο από το ευρώ, κεντρικά σχεδιαζόμενη οικονομία, αυτοοργάνωση κ.α ) εντούτοις διατηρούν μία μονοσήμαντη προσέγγιση που διατέμνει τις πολιτικές τους προτάσεις προς τον λαό, έναν οντολογικό μονισμό, ας μου επιτραπεί η έκφραση. Αυτός δεν είναι άλλος από την διαχρονική εμμονή τους στο να αρθρώνουν προτάγματα που φιλοδοξούν να υπηρετούν (όταν κάποτε κατορθώνουν να κάνουν ακόμη κι αυτό) τον άνθρωπο-πολίτη κομίζοντας του λύσεις και απαντήσεις στη βάση προαποφασισμένων κριτηρίων (ιδεολογίας) για το πρόβλημα της υλικής του ευδαιμονίας.    

Η αντιδιαστολή του οιωνεί προτάγματος των Αγανακτισμένων προς αυτή την υλιστική θεώρηση που υπηρετούν τα πολιτικά κόμματα (εξαιρουμένων μήτε του ΚΚΕ αλλά ούτε και των Οικολόγων Πράσινων) και η οποία τεκμαίρεται από την κατά τα φαινόμενα ακομμάτιστη γραμμή του κινήματος, δεν σημαίνει αυτομάτως ότι το χαρακτηρίζει ουσιωδώς. Ούτε άλλωστε μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι σε περίοδο γενικευμένης οικονομικής κρίσης έχουν οι πολίτες τάχατες την πολυτέλεια να αγνοήσουν, όπως ο αριστοκράτης που εξεταστικά παρακολουθεί να αρθρώνονται μπροστά του τα πρώτα συλλαβίσματα μίας γενικευμένης λαϊκής αντίδρασης από την άνεση μιας σεζ-λόνγκ στο ρουφ-γκάρντεν της Βρετάνιας, τις υλικές σχέσεις που επικαθορίζουν την καθημερινότητά τους. Στο διαμορφούμενο πολιτικό πρόταγμα, πρέπει να ληφθούν υπόψη και οι υλικοί όροι αναπαραγωγής της κοινωνίας. Όμως θα ήμασταν τελείως αποπροσανατολισμένοι από το πεδίο της κοινωνικής εμπειρίας και της επαλήθευσης που αυτή προσδίδει στους συλλογισμούς μας, αν ισχυριζόμασταν, ακριβώς μέσα σε μία περίοδο γενικευμένης κρίσης που αναπαράγεται και ολοένα οξύνεται ακριβώς από τις ίδιες δυσλειτουργίες του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής που εξαρχής την δημιούργησαν, ότι είναι ποτέ δυνατόν το διαμορφούμενο πρόταγμα των Αγανακτισμένων να θέτει τον υλικό ευδαιμονισμό πρώτο στην αξιολόγηση των αιτημάτων του. Θα ήταν σαν να ισχυριζόμασταν ότι ο λαός αποφάσισε επιτέλους να διεκδικήσει ετεροχρονισμένα μία δικαιότερη υλική αναπαραγωγή της κοινωνίας, τώρα που η προοπτική αυτή ολοένα απομακρύνεται και μάλιστα υπό την πίεση δυνάμεων που –φαντάζομαι, όσοι συμμετέχουν στο κίνημα δεν τρέφουν αυταπάτες για αυτό- ολοένα καθίστανται ισχυρότερες σε διεθνές επίπεδο (συντηρητικοποίηση Γερμανίας, παγκόσμια οικονομική διακυβέρνηση για την αποτροπή χρηματοπιστωτικών κρίσεων) αλλά και στο εσωτερικό πεδίο (ανασυγκρότηση εξουσίας δημοσιογραφικών οργανισμών-τραπεζικών ιδρυμάτων, επαναπρογραμματισμός του «δυτικού» προσανατολισμού της χώρας, κ.α.).

Με αυτούς καταρχήν τους συλλογισμούς ως αφετηριακό προβληματισμό πάνω στο πολιτικό πρόταγμα που οφείλει να αναδυθεί για να μην εκτραπεί η συγκέντρωση των Αγανακτισμένων σε ωμή βία (ανεξαρτήτως ποιος ή με ποιόν τρόπο την πυροδοτήσει) και η οποία αναπόφευκτα είτε θα διαλύσει τις συγκεντρώσεις εις τα εξ’ων συνετέθησαν ή θα επιφέρει μία ριζοσπαστικοποίηση στους συμμετέχοντες που θα επιμεριστεί σαν ψήφος στην Δεδομένη Αριστερά ή Δεξιά, Άκρα ή Μεσαία, ή ακόμη και σαν εκούσια συμμετοχή εν καιρώ ειρήνης σε δραστηριότητες αντάρτικου πόλεως, θα πρέπει στη συνέχεια να εξετάσουμε τους όρους με τους οποίους εντέλει αυτό το πρόταγμα θα αρθρωθεί, αν όντως ευσταθεί ο συλλογισμός μας ότι από τον λόγο της φανέρωσής του δεν εδράζεται στους υπάρχοντες, τους κληρονομημένους και τους παραδοσιακούς, εκείνους που κοντολογίς θα μπορούσαμε να ονομάσουμε, συστημικούς.  
  
κράτος-πολίτης και κόμμα-μέλος: Οι δύο όροι της σχέσης.

Ο πολιτικός και κοινωνικός ακτιβισμός καταδεικνύει τουλάχιστον σε ένα βαθμό, την προϊούσα παρακμή των πολιτικών κομμάτων στο πεδίο δέσμευσης της ανθρώπινης έμπνευσης, βούλησης και ενέργειας προκειμένου να επιτευχθεί ένας υψηλότερος σκοπός για κάτι πιο διευρυμένο από το ατομικό ευ ζην. Η προσωπική ευδαιμονία είναι κάτι για το οποίο ναι μεν ο καθένας αξίζει να αγωνίζεται στην καθημερινότητά του, όταν όμως μετέχει στην διαχείριση των κοινών πραγμάτων οι όροι αντιστρέφονται και αποδοκιμάζεται από την κοινωνία. Το παράδοξο αυτό είναι εύκολα ερμηνεύσιμο και δεν χρειάζεται να υπεισέλθουμε σε ταυτολογίες, δυστυχώς όμως για εμάς, η βασικότερη ίσως (ψυχαναλυτικής φύσεως) από τις αιτίες χρεοκοπίας της χώρας υπήρξε το ότι η διαπίστωση αυτή σταμάτησε πλέον να αποτελεί ταυτολογία ανάμεσα στους Έλληνες. Η προσωπική ιδιοτέλεια εξυψώθηκε σε κυρίαρχο παράγοντα νοηματοδότησης του βίου. Ο πολιτικός και κοινωνικός ακτιβισμός ήρθε να γεμίσει το κενό που άφησαν οι διεφθαρμένοι πολιτικοί, για τους οποίους όμως -όπως και για τους νεοσύλλεκτους στο στρατό, ισχύει το, «όπως είσαι έξω είσαι και μέσα». Οι πολιτικοί λοιπόν, προτού γίνουν διεφθαρμένοι πολιτικοί ήταν διεφθαρμένοι πολίτες; Στον βαθμό που κάτι τέτοιο ήταν στον άμεσο ορίζοντα των επιλογών τους –κι επιτέλους, ας μην γελιόμαστε- των δυνατοτήτων τους, μάλλον ναι: «Η εξουσία διαφθείρει· και η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα». Κι είναι μάταιο φυσικά πλέον, -αν και καθόλου αντιπαραγωγικό από ψυχαναλυτικής σκοπιάς- να αναλύσουμε τις ιστορικές αιτίες «διύθισης» του κράτους από τον οδοστρωτήρα που σήμερα με ασφάλεια μπορούμε να ονομάσουμε -κατά τεκμήριο πανθομολογούμενης παραδοχής- «τραυματισμένο ψυχισμό του Νεοέλληνα», αλλά η ιστορία «επαναλαμβανόμενη ως φάρσα» μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι εκ των πραγμάτων θα αναγκαστεί να μας φέρει αντιμέτωπους με τις απαντήσεις που δεν δώσαμε.

Υπάρχει ωστόσο μία που αξίζει τον κόπο να αναζητήσουμε: είναι οι δύο όροι της πολιτικής σχέσης. Πρώτα απ’ όλα, ας αναρωτηθούμε, -όχι με ομφαλοσκοπικό δήθεν ακαδημαϊσμό, αλλά με πνεύμα εμπειρικά και κοινωνικά επαληθεύσιμο- είναι πράγματι το κράτος και ο πολίτης, η δημοκρατία και τα υποκείμενά της, το κόμμα και ο ψηφοφόρος, λειτουργικά ζεύγη σημαινόντων-σημαινομένων; Είναι έννοιες ή πραγματικότητες; Eίναι αφαιρέσεις της πραγματικότητας; Είναι Πραγματικές Αφαιρέσεις (Realabstactions); Ή μήπως είναι συντελούμενες σχέσεις; Ποιο απ’ όλα περιγράφει με μεγαλύτερη πιστότητα την πολιτικότητα του ζώου που κατοικεί πίσω από το φοβερό «τείχος της γλώσσας» που ορθώσαμε βάναυσα με την ανθρώπινη λαλιά μας; Είναι, νομίζω, όλα αυτά μαζί μα και συνάμα τίποτα απ’ αυτά. Είναι αυτό που θέλουμε εμείς να είναι. Είναι όλα όσα είμαστε και εμείς. Και εμείς, όλοι εμείς, δεν μπορούμε παρά να είμαστε ο αέναα επανακαθοριζόμενος λόγος των προσωπικών μας σχέσεων. Και οι πολιτικές σχέσεις που διατηρούμε μέσα από περιπέτειες αιώνων με τα αναγωγικά συστήματα εξουσίας, -μέσα ή έξω ή απέναντι σ’ αυτά- δεν μπορούν παρά να είναι κι αυτές μία έκφανση των ίδιων αυτών σχέσεων. Μα κυρίως και πέρα από οποιαδήποτε αναφορικότητα στα προτάγματα των εκάστοτε αναγκών μας, οι πολιτικές σχέσεις είναι ποιοτικές και ουσιώδεις, αλλοτριωμένες ή εκφυλισμένες, ερωτικές ή νεκρές, στον βαθμό που είναι και η προσωπική μας σχέση με τον Άλλο, τον πολίτη, τον φίλο, τον συν-Άνθρωπο, εκείνον που στέκεται σαν την μία όψη του άλλου μας εαυτού, όψη που μας κάνει να φαινόμαστε και άρα να διεκδικούμε ότι είμαστε πρόσ-ωπα, κι όχι μια μάζα ατόμων. Γιατί κανείς μας δεν είναι ά-τομος· όσο κι αν προσπαθήσεις, απ’ όλους αίμα θα κυλήσει αν μας χαράξεις.

Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά σε ένα κίνημα που μας καλεί. Είμαστε οι ίδιοι ένα κίνημα που μας καλεί να είμαστε οι άλλοι, αντί να φαινόμαστε ως ίδιοι. Ένα κίνημα για να γίνουμε οι άλλοι που δεν κατορθώσαμε μέχρι τώρα. Για να συμβάλουμε στην ενότητα μας και να συμβολίσουμε τη νέα σχέση που αναδύεται ανάμεσά μας. Θα πρέπει άραγε να διεκδικήσουμε κάτι που δεν μπορεί να μας προσφέρει κανένας; Yπάρχει άραγε η παραμικρή δυνατότητα να μας βοηθήσει κάποιος όταν εμείς πρώτοι απ’ όλους δεν βοηθάμε τον εαυτό μας; Και είναι άραγε αντάξιο της ελευθερίας καθενός από εμάς η στέρηση της απόφασης για το μέλλον που μπορεί να του επιφυλάσσει η Iστορία; Θα ήταν παράδοση της προσ-ωπικής και άρα της συλλογικής μας ελευθερίας -μία πραγματική βαναυσότητα σε όλο της το τραγικό μεγαλείο, να διεκδικήσει κάποιος για τον εαυτό του το πρωτείο της γνώσης για το μέλλον του άλλου. Όμως σε όλες τις πόλεις της Ελλάδας, μία κοινή αντίδραση που αφορά όλους αν και εκφέρεται από τον καθένα ξεχωριστά, διατρανώνει ότι το μέλλον δεν είναι ατομικό και ότι η απόφαση από τον καθένα ξεχωριστά βάζει στόχο ένα πρόταγμα κοινό. Που μας φέρνει σε κάτι που όλοι απεύχονται να ειπωθεί. Πολύ φοβάμαι όμως ότι αυτός ο διάλογος, πολύ σύντομα –αν δεν έχει ήδη- ξεκινάει κάπου γύρω απ΄ την Πλατεία.

Η Φαντασία, Η πρόταση, Το πρόταγμα, Η συμμετοχή, Το ψήφισμα, Η πράξη.

Ο Μαρξ πρώτος ισχυρίστηκε ότι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων θα οδηγήσει σε ρήξη των παραγωγικών σχέσεων. Στο πεδίο της οικονομικής φαινομενολογίας δεν επαληθεύτηκε. Μπορεί να έκανε λάθος ο Μαρξ, ή μπορεί να φταίνε οι παραγωγικές δυνάμεις που δεν διάβασαν την Κριτική και το Κεφάλαιο. Ο Φρόϋντ και ο Λακάν απέδειξαν την ύπαρξη του πρώτου πυρήνα του ασυνειδήτου, Kern, ή αλλιώς υπόσταση κατά τον Γιανναρά. Το Κερν όμως δεν μας μίλησε ποτέ για να αντιδιαστείλει την ύπαρξη του προς το Υπο-κείμενο εγώ, και άρα δεν ξέρουμε αν υπάρχει. Μπορεί να έκανε λάθος ο Γιανναράς ή μπορεί να φταίει το ίδιο το Kern που δεν διάβασε το Ασυνείδητο και Τα Σεμινάρια. Όπως και να ‘χει, αυτά όλα είναι εδώ, υποθέτω, όχι για να μας προκαλούν πνευματικό βραχυκύκλωμα αλλά για να κάνουν τη ζωή μας ευκολότερη. Κι όμως, να που γεμίσαμε Διακηρύξεις, Συντάγματα, Υπερεθνικές Οντότητες κι Επαναστατικές Οργανώσεις, κι ακόμα άκρη δεν βγάλαμε. Αυτός ο Καπιταλισμός μας κάνει τη ζωή δύσκολη. Και οι Θρησκείες επίσης. Οι ιδέες γενικά, ας το πούμε έτσι. Ο καθένας έχει από μία και βαράει. Κι ύστερα όποιον πάρει ο Χάρος. (Αυτός γενικά, φαίνεται να επιβιώνει παρά τις επιμέρους διαφωνίες). Μια και μιλάμε για ιδέες λοιπόν. Μπορεί άραγε μία ομάδα ελληνικών κοινοτήτων της περιφέρειας με τοπικό πλεόνασμα εμπορικού ισοζυγίου (ας υποθέσουμε ότι εξάγει τις καλύτερες ντομάτες του κόσμου) να διεκδικήσει για τον εαυτό της μία στάση πληρωμών; Να πει δεν πληρώνω ρε αδερφέ τα χρέη της τοπικής αυτοδιοίκησης, τα χρέη των δημοτικών επιχειρήσεων και τα συναφή όλα; Θα της κόψει τα λεφτά ο Παπακωνσταντίνου κι ο Ραγκούσης; Ή μήπως θα πετάξουν αυτές τις περιφερειακές κοινότητες έξω από τη ζώνη του ευρώ; Tις νοιάζει πραγματικά κάτι τέτοιο; Πολύ φοβάμαι πως όχι. Μήπως επειδή εξάγουν περισσότερα απ’ όσα εισάγουν και τα σχετικά συναλλαγματικά τους αποθέματα δίνουν ισχυρή βάση στο τοπικό τους νόμισμα; Ή μήπως επειδή δεν πληρώνουν για μεταβιβάσεις επειδή δεν χρησιμοποιούν χρήμα στις μεταξύ τους συναλλαγές; Μπορεί να είναι και το άλλο. Εξοικονομούν συνάλλαγμα γιατί δεν έχουν αμυντικές δαπάνες. Κανένας δεν δέχεται να σηκώσει όπλο και να σκοτώσει τους εχθρούς της κοινότητας γιατί δεν υπάρχει κανένας που να επιβουλεύεται την ύπαρξη και τους φυσικούς πόρους της κοινότητας. Μα καλά, δεν υπάρχει κανένας εχθρός, ούτε ένας βρε παιδί μου; Ούτε ένας; Όντως, υπάρχει, κάποιος που επιβουλεύεται αυτές τις καλές ντομάτες και πολύ θα ήθελε να τις έχει για τον δικό του το λαό και βλέπει αυτές τις ωραίες ελληνικές κοινότητες της περιφέρειας και ξερογλείφεται. Αλλά είναι ήδη καιρό τώρα τόσο απασχολημένος προσπαθώντας να βγάλει τις καλύτερες πιπεριές του κόσμου προτού κάτι άλλες ελληνικές κοινότητες σε κάποιο άλλο μέρος της ελλάδας το κάνουν πριν απ’ αυτόν που δεν έχει χρόνο για τέτοιες ενασχολήσεις. Έπειτα είναι και το άλλο. Άμα κάνει πόλεμο στις ελληνικές κοινότητες θα τραβήξει λεφτά απ’ την έρευνα για τις πιπεριές. Κι ύστερα όλος ο κόπος του θα πάει στράφι. Προτιμάει λοιπόν να ανταλλάζει πιπεριές με ντομάτες και μένουν όλοι ευχαριστημένοι. Κι ύστερα πάει ο ένας στη χώρα του άλλου διακοπές και πίνουν στην υγειά της ανταγωνιστικότητας των βιολογικών και της χωριάτικης. Που μόνο αυτοί έχουν το καλό κλίμα και την ηλιοφάνεια για μια τέτοια υπόθεση. Οι άλλοι είναι απασχολημένοι να φτιάχνουν I-pod αλλά κατά τα άλλα τρώνε σαβούρες.    

Ας υποθέσουμε τώρα ότι αυτές οι Ελληνικές  Κοινότητες είναι η Ηλεία. Ή η Κοζάνη. Ή η Χίος. Ή η Λάρισσα. Και ότι οι ντομάτες είναι ένα μόνο προϊόν ανάμεσα σε πολλά, όπως το λάδι ας πούμε. Ή οι πατάτες. Ή η φάβα σαντορίνης Ή η μαστίχα χίου. Ή το ροδέλαιο, απ’ το οποίο ένα λίτρο πουλιέται μερικές χιλιάδες δολάρια. Θα μπορούσα να συνεχίσω επ’ άπειρον. Ναι, επ’ άπειρον. Για την ακρίβεια -να το ρίξω λιγάκι- θα μπορούσα να πω περίπου οχτακόσιες χιλιάδες παραδείγματα. Ναι, ναι, δεν είναι λάθος καλά ακούς, οχτακόσιες χιλιάδες. Όχι μόνος μου φυσικά. Κάτι μου λέει ότι θα με βοηθήσουν οι φίλοι μου, οι οχτακόσιοι χιλιάδες εγγεγραμμένοι άνεργοι του ΟΑΕΔ που δεν μπορεί, όλοι θα ‘χουν από ένα παράδειγμα να μου πουν για το χωριό τους. 

Στην Πλατεία λοιπόν ακούγονται πολλές απόψεις. Τι ντομάτες και δολάρια μου λες εσύ τώρα, το πρόβλημα είναι πολιτικό, είναι θέμα αντιπροσώπευσης. Ο κόσμος πρέπει να βγει στις γειτονιές, να κάνει συμβούλια, να αγωνιστεί, να διώξει τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα και να επαναδιεκδικήσει όλους τους δημόσιους χώρους, να πάρει πίσω τις πλατείες από τους κατοχικούς στρατούς των τραπεζοκαθισμάτων, τα πεζοδρόμια από τις διαφημιστικές πινακίδες και τους δρόμους από τις αχόρταγες για αίμα λακούβες των ημετέρων εργολάβων, να βγει να τρέξει να δραστηριοποιηθεί πρέπει ο κόσμος, τι ντομάτες μου λες εσύ τώρα. Οκ, θα έρθει καιρός που θα πούμε και για τις ντομάτες, εγώ κατά βάση συμφωνώ μαζί σου σ’ αυτό με τις γειτονιές, απλά δεν εμπιστεύομαι κανέναν. Ο τάδε είναι απ’ το τάδε κόμμα, ο τάδε είναι απ’ το άλλο κι όλοι σκάνε μύτη κι ελέγχουν καταστάσεις και σε καπελώνουν μέχρι να πεις κύμινο, δημοκρατία το λένε κι αυτό, όλη η γειτονιά ψήφιζε μονοκούκι το Ζαφειρόπουλο ύστερα πέρσι φηφίσανε Κουράση, όπως και να ‘χει θα μπλέξω με ‘γκάθετους που λένε. Δεν εμπιστεύομαι κανένα.

Ιδού ένα πρώτο πρόβλημα λοιπόν. Μετά το πεδίο του ονείρου και το εύφορο έδαφος της αλληλεγγύης που φτιάξαμε στην Πλατεία, μας περιμένει ο Κόσμος του Πολέμου εκεί έξω, το Dar-al-Haarb που λένε κι Aραβες. Πρέπει να βρούμε ένα τρόπο αντιπροσώπευσης που να εξακτινώνει σε δέσμες την ακομμάτιστη αλληλεγγύη της Πλατείας και να μεταφέρει την πληροφορία της στις γειτονιές όπου ενεργά μέλη του κινήματος θα την αποκωδικοποιούν όχι για να «πάρουν γραμμή» από το κόμμα -που φυσικά δεν υπάρχει- αλλά για να παραμείνουν φορτισμένοι ενεργειακά με την άδολη προθετικότητα του κινήματος όπως αυτή εκφράστηκε πρώτη φορά με τις ομάδες καθαρισμού στα πέριξ της Πλατείας. Να μια ωραία ιδέα λοιπόν που μπορεί να μπει στην ατζέντα. Γιατί εδώ δεν μιλάμε για ιδεολογία προφανώς, μια βάση πάμε να φτιάξουμε, ένα μίνιμουμ κοινών στόχων. Για την ώρα τουλάχιστον. Μετά δεν μας εμποδίζει κανείς, αν θέλουμε το πάμε και παραπέρα. Αντιπροσώπευση στις γειτονιές λοιπόν όχι ιεραρχική αλλά ενεργητική. Είσαι μέλος; πάρε μια σακούλα και κάνε γόπινγκ στις ζαρντινιέρες. Και το πρόταγμα; σε πρωτεϊκό επίπεδο, μπορεί να είναι η καθαριότητα στη γειτονιά, τα μικρά πάρκα, συντήρηση πεζοδρομίων και διελεύσων ΑΜΕΑ, με εθελοντική εργασία στο πρότυπο μιας τράπεζας προσωπικής εργασίας όπου τα μέλη διευθετούν ακόμα και τα credits και κάνουν συναλλαγές οι γειτονιές μεταξύ τους. Το κρατάμε λοιπόν και πάμε παρακάτω. 
Άντε ρε παίδες, μόνος μου θα τα λέω;