Τρίτη, 31 Μαΐου 2011

κίνημα των Αγανακτισμένων:

Aγ-ανακτώντας την Εξουσία: 
συστηματικές σκέψεις πάνω στο πολιτικό πρόταγμα

Αν δεχτούμε τον λόγο της φανέρωσης των πραγμάτων ως μία ατελώς (πάντοτε) κατά την υποκειμενική μας αντίληψη εκπεφρασμένη σημαντική της ουσίας τους, τότε δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τις πολιτικές προεκτάσεις που αυτό σηματοδοτεί στο πεδίο της πολιτικής σχέσης του Υποκειμένου με το κοινωνικό αιτούμενο, που οφείλει να είναι το πολιτικό ζήτημα/πρόταγμα των καιρών μας. Αυτό που συμβαίνει στην πλατεία του Συντάγματος πρέπει ab initio να το αντιδιαστείλουμε προς κάθε μορφή εξάρτησης (δηλωτική σχέσης αλλοτριωμένης) του προτάγματος από τις μέχρι τώρα μορφές του που σχηματοποιούνται στα προγράμματα των κοινοβουλευτικών κομμάτων. Ο λόγος για τον οποίο οφείλουμε καταρχάς να το κάνουμε είναι προφανής: τα πολιτικά κόμματα αν και εκφέρουν πολυδιάστατο λόγο με ποικίλες διαφορές στην άρθρωση και το περιεχόμενο του που συχνά προκρίνει φαινομενικά ακόμη και την πλήρη ρήξη με τις πολιτικές συνθήκες και προϋποθέσεις  που οδήγησαν την Ελλάδα στην χρεοκοπία (κάνοντας λόγο για απομάκρυνση τις χώρας από τις ευρωπαϊκές κοινότητες, έξοδο από το ευρώ, κεντρικά σχεδιαζόμενη οικονομία, αυτοοργάνωση κ.α ) εντούτοις διατηρούν μία μονοσήμαντη προσέγγιση που διατέμνει τις πολιτικές τους προτάσεις προς τον λαό, έναν οντολογικό μονισμό, ας μου επιτραπεί η έκφραση. Αυτός δεν είναι άλλος από την διαχρονική εμμονή τους στο να αρθρώνουν προτάγματα που φιλοδοξούν να υπηρετούν (όταν κάποτε κατορθώνουν να κάνουν ακόμη κι αυτό) τον άνθρωπο-πολίτη κομίζοντας του λύσεις και απαντήσεις στη βάση προαποφασισμένων κριτηρίων (ιδεολογίας) για το πρόβλημα της υλικής του ευδαιμονίας.    

Η αντιδιαστολή του οιωνεί προτάγματος των Αγανακτισμένων προς αυτή την υλιστική θεώρηση που υπηρετούν τα πολιτικά κόμματα (εξαιρουμένων μήτε του ΚΚΕ αλλά ούτε και των Οικολόγων Πράσινων) και η οποία τεκμαίρεται από την κατά τα φαινόμενα ακομμάτιστη γραμμή του κινήματος, δεν σημαίνει αυτομάτως ότι το χαρακτηρίζει ουσιωδώς. Ούτε άλλωστε μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι σε περίοδο γενικευμένης οικονομικής κρίσης έχουν οι πολίτες τάχατες την πολυτέλεια να αγνοήσουν, όπως ο αριστοκράτης που εξεταστικά παρακολουθεί να αρθρώνονται μπροστά του τα πρώτα συλλαβίσματα μίας γενικευμένης λαϊκής αντίδρασης από την άνεση μιας σεζ-λόνγκ στο ρουφ-γκάρντεν της Βρετάνιας, τις υλικές σχέσεις που επικαθορίζουν την καθημερινότητά τους. Στο διαμορφούμενο πολιτικό πρόταγμα, πρέπει να ληφθούν υπόψη και οι υλικοί όροι αναπαραγωγής της κοινωνίας. Όμως θα ήμασταν τελείως αποπροσανατολισμένοι από το πεδίο της κοινωνικής εμπειρίας και της επαλήθευσης που αυτή προσδίδει στους συλλογισμούς μας, αν ισχυριζόμασταν, ακριβώς μέσα σε μία περίοδο γενικευμένης κρίσης που αναπαράγεται και ολοένα οξύνεται ακριβώς από τις ίδιες δυσλειτουργίες του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής που εξαρχής την δημιούργησαν, ότι είναι ποτέ δυνατόν το διαμορφούμενο πρόταγμα των Αγανακτισμένων να θέτει τον υλικό ευδαιμονισμό πρώτο στην αξιολόγηση των αιτημάτων του. Θα ήταν σαν να ισχυριζόμασταν ότι ο λαός αποφάσισε επιτέλους να διεκδικήσει ετεροχρονισμένα μία δικαιότερη υλική αναπαραγωγή της κοινωνίας, τώρα που η προοπτική αυτή ολοένα απομακρύνεται και μάλιστα υπό την πίεση δυνάμεων που –φαντάζομαι, όσοι συμμετέχουν στο κίνημα δεν τρέφουν αυταπάτες για αυτό- ολοένα καθίστανται ισχυρότερες σε διεθνές επίπεδο (συντηρητικοποίηση Γερμανίας, παγκόσμια οικονομική διακυβέρνηση για την αποτροπή χρηματοπιστωτικών κρίσεων) αλλά και στο εσωτερικό πεδίο (ανασυγκρότηση εξουσίας δημοσιογραφικών οργανισμών-τραπεζικών ιδρυμάτων, επαναπρογραμματισμός του «δυτικού» προσανατολισμού της χώρας, κ.α.).

Με αυτούς καταρχήν τους συλλογισμούς ως αφετηριακό προβληματισμό πάνω στο πολιτικό πρόταγμα που οφείλει να αναδυθεί για να μην εκτραπεί η συγκέντρωση των Αγανακτισμένων σε ωμή βία (ανεξαρτήτως ποιος ή με ποιόν τρόπο την πυροδοτήσει) και η οποία αναπόφευκτα είτε θα διαλύσει τις συγκεντρώσεις εις τα εξ’ων συνετέθησαν ή θα επιφέρει μία ριζοσπαστικοποίηση στους συμμετέχοντες που θα επιμεριστεί σαν ψήφος στην Δεδομένη Αριστερά ή Δεξιά, Άκρα ή Μεσαία, ή ακόμη και σαν εκούσια συμμετοχή εν καιρώ ειρήνης σε δραστηριότητες αντάρτικου πόλεως, θα πρέπει στη συνέχεια να εξετάσουμε τους όρους με τους οποίους εντέλει αυτό το πρόταγμα θα αρθρωθεί, αν όντως ευσταθεί ο συλλογισμός μας ότι από τον λόγο της φανέρωσής του δεν εδράζεται στους υπάρχοντες, τους κληρονομημένους και τους παραδοσιακούς, εκείνους που κοντολογίς θα μπορούσαμε να ονομάσουμε, συστημικούς.  
  
κράτος-πολίτης και κόμμα-μέλος: Οι δύο όροι της σχέσης.

Ο πολιτικός και κοινωνικός ακτιβισμός καταδεικνύει τουλάχιστον σε ένα βαθμό, την προϊούσα παρακμή των πολιτικών κομμάτων στο πεδίο δέσμευσης της ανθρώπινης έμπνευσης, βούλησης και ενέργειας προκειμένου να επιτευχθεί ένας υψηλότερος σκοπός για κάτι πιο διευρυμένο από το ατομικό ευ ζην. Η προσωπική ευδαιμονία είναι κάτι για το οποίο ναι μεν ο καθένας αξίζει να αγωνίζεται στην καθημερινότητά του, όταν όμως μετέχει στην διαχείριση των κοινών πραγμάτων οι όροι αντιστρέφονται και αποδοκιμάζεται από την κοινωνία. Το παράδοξο αυτό είναι εύκολα ερμηνεύσιμο και δεν χρειάζεται να υπεισέλθουμε σε ταυτολογίες, δυστυχώς όμως για εμάς, η βασικότερη ίσως (ψυχαναλυτικής φύσεως) από τις αιτίες χρεοκοπίας της χώρας υπήρξε το ότι η διαπίστωση αυτή σταμάτησε πλέον να αποτελεί ταυτολογία ανάμεσα στους Έλληνες. Η προσωπική ιδιοτέλεια εξυψώθηκε σε κυρίαρχο παράγοντα νοηματοδότησης του βίου. Ο πολιτικός και κοινωνικός ακτιβισμός ήρθε να γεμίσει το κενό που άφησαν οι διεφθαρμένοι πολιτικοί, για τους οποίους όμως -όπως και για τους νεοσύλλεκτους στο στρατό, ισχύει το, «όπως είσαι έξω είσαι και μέσα». Οι πολιτικοί λοιπόν, προτού γίνουν διεφθαρμένοι πολιτικοί ήταν διεφθαρμένοι πολίτες; Στον βαθμό που κάτι τέτοιο ήταν στον άμεσο ορίζοντα των επιλογών τους –κι επιτέλους, ας μην γελιόμαστε- των δυνατοτήτων τους, μάλλον ναι: «Η εξουσία διαφθείρει· και η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα». Κι είναι μάταιο φυσικά πλέον, -αν και καθόλου αντιπαραγωγικό από ψυχαναλυτικής σκοπιάς- να αναλύσουμε τις ιστορικές αιτίες «διύθισης» του κράτους από τον οδοστρωτήρα που σήμερα με ασφάλεια μπορούμε να ονομάσουμε -κατά τεκμήριο πανθομολογούμενης παραδοχής- «τραυματισμένο ψυχισμό του Νεοέλληνα», αλλά η ιστορία «επαναλαμβανόμενη ως φάρσα» μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι εκ των πραγμάτων θα αναγκαστεί να μας φέρει αντιμέτωπους με τις απαντήσεις που δεν δώσαμε.

Υπάρχει ωστόσο μία που αξίζει τον κόπο να αναζητήσουμε: είναι οι δύο όροι της πολιτικής σχέσης. Πρώτα απ’ όλα, ας αναρωτηθούμε, -όχι με ομφαλοσκοπικό δήθεν ακαδημαϊσμό, αλλά με πνεύμα εμπειρικά και κοινωνικά επαληθεύσιμο- είναι πράγματι το κράτος και ο πολίτης, η δημοκρατία και τα υποκείμενά της, το κόμμα και ο ψηφοφόρος, λειτουργικά ζεύγη σημαινόντων-σημαινομένων; Είναι έννοιες ή πραγματικότητες; Eίναι αφαιρέσεις της πραγματικότητας; Είναι Πραγματικές Αφαιρέσεις (Realabstactions); Ή μήπως είναι συντελούμενες σχέσεις; Ποιο απ’ όλα περιγράφει με μεγαλύτερη πιστότητα την πολιτικότητα του ζώου που κατοικεί πίσω από το φοβερό «τείχος της γλώσσας» που ορθώσαμε βάναυσα με την ανθρώπινη λαλιά μας; Είναι, νομίζω, όλα αυτά μαζί μα και συνάμα τίποτα απ’ αυτά. Είναι αυτό που θέλουμε εμείς να είναι. Είναι όλα όσα είμαστε και εμείς. Και εμείς, όλοι εμείς, δεν μπορούμε παρά να είμαστε ο αέναα επανακαθοριζόμενος λόγος των προσωπικών μας σχέσεων. Και οι πολιτικές σχέσεις που διατηρούμε μέσα από περιπέτειες αιώνων με τα αναγωγικά συστήματα εξουσίας, -μέσα ή έξω ή απέναντι σ’ αυτά- δεν μπορούν παρά να είναι κι αυτές μία έκφανση των ίδιων αυτών σχέσεων. Μα κυρίως και πέρα από οποιαδήποτε αναφορικότητα στα προτάγματα των εκάστοτε αναγκών μας, οι πολιτικές σχέσεις είναι ποιοτικές και ουσιώδεις, αλλοτριωμένες ή εκφυλισμένες, ερωτικές ή νεκρές, στον βαθμό που είναι και η προσωπική μας σχέση με τον Άλλο, τον πολίτη, τον φίλο, τον συν-Άνθρωπο, εκείνον που στέκεται σαν την μία όψη του άλλου μας εαυτού, όψη που μας κάνει να φαινόμαστε και άρα να διεκδικούμε ότι είμαστε πρόσ-ωπα, κι όχι μια μάζα ατόμων. Γιατί κανείς μας δεν είναι ά-τομος· όσο κι αν προσπαθήσεις, απ’ όλους αίμα θα κυλήσει αν μας χαράξεις.

Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά σε ένα κίνημα που μας καλεί. Είμαστε οι ίδιοι ένα κίνημα που μας καλεί να είμαστε οι άλλοι, αντί να φαινόμαστε ως ίδιοι. Ένα κίνημα για να γίνουμε οι άλλοι που δεν κατορθώσαμε μέχρι τώρα. Για να συμβάλουμε στην ενότητα μας και να συμβολίσουμε τη νέα σχέση που αναδύεται ανάμεσά μας. Θα πρέπει άραγε να διεκδικήσουμε κάτι που δεν μπορεί να μας προσφέρει κανένας; Yπάρχει άραγε η παραμικρή δυνατότητα να μας βοηθήσει κάποιος όταν εμείς πρώτοι απ’ όλους δεν βοηθάμε τον εαυτό μας; Και είναι άραγε αντάξιο της ελευθερίας καθενός από εμάς η στέρηση της απόφασης για το μέλλον που μπορεί να του επιφυλάσσει η Iστορία; Θα ήταν παράδοση της προσ-ωπικής και άρα της συλλογικής μας ελευθερίας -μία πραγματική βαναυσότητα σε όλο της το τραγικό μεγαλείο, να διεκδικήσει κάποιος για τον εαυτό του το πρωτείο της γνώσης για το μέλλον του άλλου. Όμως σε όλες τις πόλεις της Ελλάδας, μία κοινή αντίδραση που αφορά όλους αν και εκφέρεται από τον καθένα ξεχωριστά, διατρανώνει ότι το μέλλον δεν είναι ατομικό και ότι η απόφαση από τον καθένα ξεχωριστά βάζει στόχο ένα πρόταγμα κοινό. Που μας φέρνει σε κάτι που όλοι απεύχονται να ειπωθεί. Πολύ φοβάμαι όμως ότι αυτός ο διάλογος, πολύ σύντομα –αν δεν έχει ήδη- ξεκινάει κάπου γύρω απ΄ την Πλατεία.

Η Φαντασία, Η πρόταση, Το πρόταγμα, Η συμμετοχή, Το ψήφισμα, Η πράξη.

Ο Μαρξ πρώτος ισχυρίστηκε ότι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων θα οδηγήσει σε ρήξη των παραγωγικών σχέσεων. Στο πεδίο της οικονομικής φαινομενολογίας δεν επαληθεύτηκε. Μπορεί να έκανε λάθος ο Μαρξ, ή μπορεί να φταίνε οι παραγωγικές δυνάμεις που δεν διάβασαν την Κριτική και το Κεφάλαιο. Ο Φρόϋντ και ο Λακάν απέδειξαν την ύπαρξη του πρώτου πυρήνα του ασυνειδήτου, Kern, ή αλλιώς υπόσταση κατά τον Γιανναρά. Το Κερν όμως δεν μας μίλησε ποτέ για να αντιδιαστείλει την ύπαρξη του προς το Υπο-κείμενο εγώ, και άρα δεν ξέρουμε αν υπάρχει. Μπορεί να έκανε λάθος ο Γιανναράς ή μπορεί να φταίει το ίδιο το Kern που δεν διάβασε το Ασυνείδητο και Τα Σεμινάρια. Όπως και να ‘χει, αυτά όλα είναι εδώ, υποθέτω, όχι για να μας προκαλούν πνευματικό βραχυκύκλωμα αλλά για να κάνουν τη ζωή μας ευκολότερη. Κι όμως, να που γεμίσαμε Διακηρύξεις, Συντάγματα, Υπερεθνικές Οντότητες κι Επαναστατικές Οργανώσεις, κι ακόμα άκρη δεν βγάλαμε. Αυτός ο Καπιταλισμός μας κάνει τη ζωή δύσκολη. Και οι Θρησκείες επίσης. Οι ιδέες γενικά, ας το πούμε έτσι. Ο καθένας έχει από μία και βαράει. Κι ύστερα όποιον πάρει ο Χάρος. (Αυτός γενικά, φαίνεται να επιβιώνει παρά τις επιμέρους διαφωνίες). Μια και μιλάμε για ιδέες λοιπόν. Μπορεί άραγε μία ομάδα ελληνικών κοινοτήτων της περιφέρειας με τοπικό πλεόνασμα εμπορικού ισοζυγίου (ας υποθέσουμε ότι εξάγει τις καλύτερες ντομάτες του κόσμου) να διεκδικήσει για τον εαυτό της μία στάση πληρωμών; Να πει δεν πληρώνω ρε αδερφέ τα χρέη της τοπικής αυτοδιοίκησης, τα χρέη των δημοτικών επιχειρήσεων και τα συναφή όλα; Θα της κόψει τα λεφτά ο Παπακωνσταντίνου κι ο Ραγκούσης; Ή μήπως θα πετάξουν αυτές τις περιφερειακές κοινότητες έξω από τη ζώνη του ευρώ; Tις νοιάζει πραγματικά κάτι τέτοιο; Πολύ φοβάμαι πως όχι. Μήπως επειδή εξάγουν περισσότερα απ’ όσα εισάγουν και τα σχετικά συναλλαγματικά τους αποθέματα δίνουν ισχυρή βάση στο τοπικό τους νόμισμα; Ή μήπως επειδή δεν πληρώνουν για μεταβιβάσεις επειδή δεν χρησιμοποιούν χρήμα στις μεταξύ τους συναλλαγές; Μπορεί να είναι και το άλλο. Εξοικονομούν συνάλλαγμα γιατί δεν έχουν αμυντικές δαπάνες. Κανένας δεν δέχεται να σηκώσει όπλο και να σκοτώσει τους εχθρούς της κοινότητας γιατί δεν υπάρχει κανένας που να επιβουλεύεται την ύπαρξη και τους φυσικούς πόρους της κοινότητας. Μα καλά, δεν υπάρχει κανένας εχθρός, ούτε ένας βρε παιδί μου; Ούτε ένας; Όντως, υπάρχει, κάποιος που επιβουλεύεται αυτές τις καλές ντομάτες και πολύ θα ήθελε να τις έχει για τον δικό του το λαό και βλέπει αυτές τις ωραίες ελληνικές κοινότητες της περιφέρειας και ξερογλείφεται. Αλλά είναι ήδη καιρό τώρα τόσο απασχολημένος προσπαθώντας να βγάλει τις καλύτερες πιπεριές του κόσμου προτού κάτι άλλες ελληνικές κοινότητες σε κάποιο άλλο μέρος της ελλάδας το κάνουν πριν απ’ αυτόν που δεν έχει χρόνο για τέτοιες ενασχολήσεις. Έπειτα είναι και το άλλο. Άμα κάνει πόλεμο στις ελληνικές κοινότητες θα τραβήξει λεφτά απ’ την έρευνα για τις πιπεριές. Κι ύστερα όλος ο κόπος του θα πάει στράφι. Προτιμάει λοιπόν να ανταλλάζει πιπεριές με ντομάτες και μένουν όλοι ευχαριστημένοι. Κι ύστερα πάει ο ένας στη χώρα του άλλου διακοπές και πίνουν στην υγειά της ανταγωνιστικότητας των βιολογικών και της χωριάτικης. Που μόνο αυτοί έχουν το καλό κλίμα και την ηλιοφάνεια για μια τέτοια υπόθεση. Οι άλλοι είναι απασχολημένοι να φτιάχνουν I-pod αλλά κατά τα άλλα τρώνε σαβούρες.    

Ας υποθέσουμε τώρα ότι αυτές οι Ελληνικές  Κοινότητες είναι η Ηλεία. Ή η Κοζάνη. Ή η Χίος. Ή η Λάρισσα. Και ότι οι ντομάτες είναι ένα μόνο προϊόν ανάμεσα σε πολλά, όπως το λάδι ας πούμε. Ή οι πατάτες. Ή η φάβα σαντορίνης Ή η μαστίχα χίου. Ή το ροδέλαιο, απ’ το οποίο ένα λίτρο πουλιέται μερικές χιλιάδες δολάρια. Θα μπορούσα να συνεχίσω επ’ άπειρον. Ναι, επ’ άπειρον. Για την ακρίβεια -να το ρίξω λιγάκι- θα μπορούσα να πω περίπου οχτακόσιες χιλιάδες παραδείγματα. Ναι, ναι, δεν είναι λάθος καλά ακούς, οχτακόσιες χιλιάδες. Όχι μόνος μου φυσικά. Κάτι μου λέει ότι θα με βοηθήσουν οι φίλοι μου, οι οχτακόσιοι χιλιάδες εγγεγραμμένοι άνεργοι του ΟΑΕΔ που δεν μπορεί, όλοι θα ‘χουν από ένα παράδειγμα να μου πουν για το χωριό τους. 

Στην Πλατεία λοιπόν ακούγονται πολλές απόψεις. Τι ντομάτες και δολάρια μου λες εσύ τώρα, το πρόβλημα είναι πολιτικό, είναι θέμα αντιπροσώπευσης. Ο κόσμος πρέπει να βγει στις γειτονιές, να κάνει συμβούλια, να αγωνιστεί, να διώξει τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα και να επαναδιεκδικήσει όλους τους δημόσιους χώρους, να πάρει πίσω τις πλατείες από τους κατοχικούς στρατούς των τραπεζοκαθισμάτων, τα πεζοδρόμια από τις διαφημιστικές πινακίδες και τους δρόμους από τις αχόρταγες για αίμα λακούβες των ημετέρων εργολάβων, να βγει να τρέξει να δραστηριοποιηθεί πρέπει ο κόσμος, τι ντομάτες μου λες εσύ τώρα. Οκ, θα έρθει καιρός που θα πούμε και για τις ντομάτες, εγώ κατά βάση συμφωνώ μαζί σου σ’ αυτό με τις γειτονιές, απλά δεν εμπιστεύομαι κανέναν. Ο τάδε είναι απ’ το τάδε κόμμα, ο τάδε είναι απ’ το άλλο κι όλοι σκάνε μύτη κι ελέγχουν καταστάσεις και σε καπελώνουν μέχρι να πεις κύμινο, δημοκρατία το λένε κι αυτό, όλη η γειτονιά ψήφιζε μονοκούκι το Ζαφειρόπουλο ύστερα πέρσι φηφίσανε Κουράση, όπως και να ‘χει θα μπλέξω με ‘γκάθετους που λένε. Δεν εμπιστεύομαι κανένα.

Ιδού ένα πρώτο πρόβλημα λοιπόν. Μετά το πεδίο του ονείρου και το εύφορο έδαφος της αλληλεγγύης που φτιάξαμε στην Πλατεία, μας περιμένει ο Κόσμος του Πολέμου εκεί έξω, το Dar-al-Haarb που λένε κι Aραβες. Πρέπει να βρούμε ένα τρόπο αντιπροσώπευσης που να εξακτινώνει σε δέσμες την ακομμάτιστη αλληλεγγύη της Πλατείας και να μεταφέρει την πληροφορία της στις γειτονιές όπου ενεργά μέλη του κινήματος θα την αποκωδικοποιούν όχι για να «πάρουν γραμμή» από το κόμμα -που φυσικά δεν υπάρχει- αλλά για να παραμείνουν φορτισμένοι ενεργειακά με την άδολη προθετικότητα του κινήματος όπως αυτή εκφράστηκε πρώτη φορά με τις ομάδες καθαρισμού στα πέριξ της Πλατείας. Να μια ωραία ιδέα λοιπόν που μπορεί να μπει στην ατζέντα. Γιατί εδώ δεν μιλάμε για ιδεολογία προφανώς, μια βάση πάμε να φτιάξουμε, ένα μίνιμουμ κοινών στόχων. Για την ώρα τουλάχιστον. Μετά δεν μας εμποδίζει κανείς, αν θέλουμε το πάμε και παραπέρα. Αντιπροσώπευση στις γειτονιές λοιπόν όχι ιεραρχική αλλά ενεργητική. Είσαι μέλος; πάρε μια σακούλα και κάνε γόπινγκ στις ζαρντινιέρες. Και το πρόταγμα; σε πρωτεϊκό επίπεδο, μπορεί να είναι η καθαριότητα στη γειτονιά, τα μικρά πάρκα, συντήρηση πεζοδρομίων και διελεύσων ΑΜΕΑ, με εθελοντική εργασία στο πρότυπο μιας τράπεζας προσωπικής εργασίας όπου τα μέλη διευθετούν ακόμα και τα credits και κάνουν συναλλαγές οι γειτονιές μεταξύ τους. Το κρατάμε λοιπόν και πάμε παρακάτω. 
Άντε ρε παίδες, μόνος μου θα τα λέω;       



5 σχόλια:

  1. Θα ανταποδώσω το σχόλιο που μου κάνεις όταν γκρινιάζω και θυμώνω με την ελληνική πραγματικότητα: Οι ιδέες σου θα μπορούσαν να εφαρμοστούν -συχνά εφαρμόζονται- σε χώρες όπως η Σουηδία, ακόμα και η Γερμανία. Πώς είναι δυνατόν να εφαρμοστούν στην Ελλάδα των γνωστών εγ-κατεστημένων νοοτροπιών; Στην Ελλάδα αυτές οι πρακτικές α) προσκρούουν σε κάποια γραφειοκρατία ή β)κατηγορούνται για υστεροβουλία ή γ) είναι όντως υστερόβουλες ή δ)στην καλύτερη περίπτωση- αποτελούν επίδειξη ανωτερότητας -είναι άλλωστε της μόδας.
    Κατά τα άλλα, πάντα με εντυπωσιάζει ο τρόπος που εκθέτεις τις σκέψεις σου -αλλά αυτό μπορεί να είναι και υποκειμενικό (χι-χι-χι).

    Χριστίνα ;)

    ΥΓ: Ελπίζω αυτή τη φορά η ανάρτηση του σχολίου μου να στεφτεί από επιτυχία!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πιο πολύ μ' ανησυχεί το ισότητα-δικαιοσύνη-αξιοπρέπεια και το έξω η τρόϊκα η κυβέρνηση και το Χρέος. Δεν μπορώ να δω -εγώ τουλάχιστον πώς ταιριάζουν όλα αυτά. Μοιάζει σαν απελπισμένη φυγή προς τα εμπρός, -ειδικά το δεύτερο μία ολιστική ψευδοδιεκδίκηση με μόνο σκοπό την αποφυγή ενός εμφυλίου εναντίον της νοοτροποκάστας του δημοσίου τομέα που ήταν για τριάντα χρόνια το δεκανίκι των αστών. Και πολύς λαϊκισμός νομίζω, που κορυφώνεται στα συνθήματα. Εχω απογοητευτεί τελείως. θα βγούνε και πεντέξι εκπρόσωποι, φρέσκα κύτταρα νομιμοποίησης για όποιον τους προλάβει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. κάλε μου φίλε, ένα ακόμα σχόλιο που πιστεύω έχει ουσία στα ωραία μου γράφεις.Και αυτο είναι το φαινόμενο φέησμπουκ ως δίκτυο επαναστάτικης αφύπνισης (κ.ο.κ).Μου κάνει εντύπωση (αλλά όχι εκπληξη) πόση μεγάλη έμφαση δίνεται στη βοήθεια που και κάλα προσφέρει.εντάξει είμαι σιγουρος ότι υπάρχει το επιχείρημα οτι μπορείς να αλλάξεις το συστημα εκ των έσω αλλά για την ώρα ῾το κάλο το παλικάρι, κάποιο λάκο έχει η φάβα῾. οι ῾προλετάριοι῾ έχουν φεησμπουκ? το εμέις του Μακρυγιάννη, εμείς του φεησμπουκ? αυτο το νέο εμείς τι υποδηλώνει? το θέμα είναι η αγανάκτισμένοι να άγουν όχι να άγονται (και αν άγονται, να άγονται από πολιτική πεποίθηση όχι το ασυνείδητο του φεησμπουκ (της τέταρτης διάστασης)) και να έχουν το θάρρος να ανακτήσουν .Ο Καζάκης μιλάει για νέο ΕΑΜ. μαζί του. για την ώρα βλέπω οτι οι αγανακτισμένι το παίζουν ακομμάτιστοι μη σου πω μηδενιστές. δεν είμαι εκεί, αλλά εχω ακούσει απο ανθρώπους που εμπιστεύομαι ότι διαφοροι λούμπεν βγάζουν λόγους. Και ο Μικης έχει ξεκουτιάνει λίγο. λες να τον πασάρουν για Αριστερίζων Ρήγκαν που ταν φυτό?

    ο φίλος σου

    Νικόλαος Κουμουνδούρος ( άντε το ονοματεπώνημο μου να γίνει πραγματικότητα)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. καλέ μου. όχι κάλε!!!!!! τα κάνα λίγο θάλασσα στον τονισμό. είναι από τη χαρά που συνδιαλέγομαι με το φιλαράκι μου.

    Ν

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Eχω κι εγώ τον ίδια αμφιβολία για αυτό που περιγράφεις, την αναγωγή δηλαδή των κοινωνικών δικτύων σε μέσα συνειδητοποίησης και εργαλεία επαναστατικής διαφώτισης. Σαν να μην υπήρχαν πριν το φέησμπουκ ευκαιρίες έκφρασης ή/και πολιτικοποίησης. Και νομίζω τελικά, ισχύει όντως το "όπως ήσουν έξω είσαι και μέσα" δηλαδή την ίδια σχέση που διατηρούσες με την κοινωνία (λιγοτερο ή περισσότερο ενεργητική, αποστασιοποιημένη ή και αναχωρητική, ανατρεπτική ή νομιμοποιητική) την ίδια διατηρείς και με το προφίλ σου στο διαδίκτυο. Δεν είναι η ανωνυμία που για κάποιους ίσως ισχύει το ότι "απελευθερώνει" και φτιάχνει τη νέα μόδα των ψυχο-κοινωνιολόγων αλλά μάλλον μία ροπή στην αγελαία συμπεριφορά που η αβαταρική μαζικότητα του φέησμπουκ ολοένα και χαρίζει απλόχερα στις κοινωνίες, αποστερημένες από το όνοματεπώνυμό τους -ή μάλλον διατηρώντας το σαν απλό κωδικό διάστιξης από τον επόμενο "αύξοντα αριθμό" με τα πρόσωπα ως άτομα στιβαγμένα σε comment-columns εντέλει πλήρως απο-κοινωνικοποιημένα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή