Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρεοκοπισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρεοκοπισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2012

σημείωση στο Χρεοκοπισμό: ο βάνδαλος



Η συστηματοποιήσεις τις οποίες πάντα με αφέλεια επιχειρώ να διατυπώσω και για τις οποίες μπορεί να με κατηγορήσει κανείς ως κολλημένο ή και απαίδευτο μυαλό σύμφωνα με τα τρέχοντα αποδομιστικά στάνταρ των ολιστικών ρεβεντικασιόν και των αποκαθηλωμένων ιδεολογιών εν γένει, είναι κάτι που κάνω σαν άσκηση καθαρά προσωπική για να αποφύγω τον κατακερματισμό της σκέψης. Που ούτως ή άλλως είναι ολίγον αναπόφευκτος όταν αρνείσαι να ενταχτείς διαχρονικά σε κάποιο περιεκτικό δόγμα ή όταν υφίστασαι επίσης διαχρονικά καταιγισμό υπερπληροφόρησης. Την οποία σαν γνήσιο Διαφωτιστικό υποκείμενο να πούμε ματαιοδοξείς ότι θα την συνολίσεις και θα την ταξινομήσεις, αλλά βαυκαλίζεσαι και απατάσαι πλάνην οικτράν.

Έτσι λοιπόν, σκεφτόμενος πάνω στη βία, τις «προβοκάτσιες» των παρακρατικών και των αντιεξουσιαστών και όλο το συγκείμενο που ξετυλίγεται κάθε φορά που ανοίγει μια τέτοια συζήτηση, θέλω να το πιάσω από την πλευρά του υποκειμένου, εξαιρώντας τη συνωμοσιολογία, δηλαδή την αναγωγή της εκάστοτε πράξης βανδαλισμού σε χρησιμοθηρικές προκείμενες, και να το δω λίγο ψυχολογιοκεντρικά. Νομίζω λοιπόν ότι μιας και η επαναστατική πράξη αφιερώνεται από τη μία πλευρά, στην ολιστική αποθέωση της αξίας της υλικής αναπαραγωγής της κοινωνίας και των ατόμων της, των πρόσφατα ή διαχρονικά αποκλεισμένων από αυτήν, έτσι αναπόφευκτα και με τον ίδιο ανακλαστικό τρόπο (που χρησιμοποιεί για να οικοδομήσει το διάλογο της διεκδίκησης, υλικά από διάφορες πνευματικές και πρακτικές ηθικές αντιλήψεις όπως είναι οι ιδεολογίες και οι καθημερινές βιωματικές αλήθειες) με τον ίδιο τρόπο ο αυτονόητος αντίλογος (στον οποίο μπορεί να συμμετέχουν κάποιοι που διαφωνούν με το πρόταγμα αυτό ή και κάποιοι που συμφωνούν αλλά προσχωρούν στον αντίλογο ως πεδίο άσκησης εκδικητικών συναισθημάτων που αναδύονται από τις συνεχείς υπεκφυγές του συστήματος ως προς την άρση του παρατεινόμενου κοινωνικού αποκλεισμού τους) επιχειρεί μέσα από μία φευγαλέα και πρόχειρη πράξη καταστροφής αυτός ο αντίλογος (ή και μια πράξη συστηματικά οργανωμένη με διακλαδώσεις που μπορεί και να εμπίπτουν τελικά σε κάποιου είδους «προβοκάτσια»), να αρθρώσει αυτό το ρημάδι το αντί του.

Τι λέει όμως αυτός ο αντίλογος; Λέει, κατά τη γνώμη μου, ότι δεν μπορεί να έχεις βιτρίνες τη στιγμή που αν θέλεις μπορείς να έχεις άλλες πολλές, στημένες μέσα σε 24 ώρες, καλύτερες και πιο γυαλιστερές. Δεν μπορείς να έχεις εμπόρευμα που βγαίνει σε άπειρα τεμάχια από γραμμή παραγωγής τη στιγμή που αύριο υπάρχουν οι προϋποθέσεις για να έχεις μερικά εκατομμύρια ακόμη από αυτά τα τεμάχια εμπορεύματος. Δεν μπορεί να έχεις υλική υποδομή (κτίρια, στάσεις, παγκάκια, πλατείες) δημόσια ή ιδιωτική, την οποία εύκολα έχουν υπερκεράσει οι ώριμες παραγωγικές δυνατότητες και αύριο αν θέλεις, έχεις τους πόρους και τα μέσα για να φτιάξεις την ίδια και ακόμη καλύτερη που θα την αντικαταστήσει. Η ευκολία των παραγωγικών δυνατοτήτων στην αντικατάσταση της φασόν παραγόμενης ιδιότητας του εμπορεύματος, που κάτω από μια υπάρχουσα αντικοινωνική σχέση ιδιοκτησίας έρχεται και κάνει την απλή ύλη μορφή περιουσίας, παίζει νομίζω κεντρικό ρόλο στο βανδαλισμό. Αν εξαιρέσουμε τη συνωμοσία δηλαδή, και όπως είπαμε, όλο το συγκείμενο μιας προβοκάτσιας.

Τι ενέχει αυτή η πράξη ως στοιχείο αλλοίωσης της πραγματικότητας που την κάνει πρόταγμα χρήσιμο να ακολουθηθεί, για αυτόν που την κάνει, δηλαδή τον βάνδαλο; Ενέχει μία τίμια ελαφρότητα, δηλαδή ένα εύκολο δέλεαρ (για τους πάσχοντες από achilleus syndrome ήτοι μία νεύρωση παραίτησης-φυγής που χτυπάει τους ταλαντούχους υποτίθεται ανθρώπους) ότι απαλάσσουν τον κόσμο από κάτι που τον καθηλώνει (τα εμπορεύματα και την ύλη σε πιο μέσα επίπεδο) χωρίς να έχει τύψεις για αντικοινωνική δράση (τύψεις που όλα τα περιεκτικά δόγματα φροντίζουν να ερεθίζουν μέσα από τις εκάστοτε έννοιες της παραβατικότητας που εισάγουν ως προς την ορθοδοξία του αρχικού ιδεατού σκοπού τους κ.ο.κ.) αφού είναι αυταπόδεικτο, τουλάχιστον σε μακροοικονομικό επίπεδο και μακροκοινωνικό (εξαιρούνται από τη σκέψη του βάνδαλου οι εξατομικευμένες τύψεις γιατί δρα σαν πολιτικό υποκείμενο με αντικείμενο τη μάζα και την ιστορία ενώ τον «συνάνθρωπο» σαν πρόσωπο ξεκινάει να τον βλέπει πάλι μονάχα αφού βγάλει την κουκούλα και γενικά το όποιο προσωπείο του τυφλού μαζικού υποκειμένου) ότι αυτό που καταστρέφει μπορεί να αντικατασταθεί από μία μεταφορά πόρων από εκεί όπου οι πόροι προορίζονται, όχι για τον ίδιο όπως είπαμε στην αρχή (δηλαδή τον διαχρονικά αποκλεισμένο) αλλά για τα εμπορεύματα και την επενδυτική-καπιταλιστική λειτουργία του κράτους, (του κράτους-πατερούλη αν θέλετε, στον κρατικό ή κρατικοδίαιτο καπιταλισμό, ή του κράτους-νυχτοφύλακα στον μετανεωτερικό καπιταλισμό όπου κι εκεί μεταφέρονται διαχρονικά και με συστηματικό τρόπο, πόροι προς το τραπεζικό σύστημα).

Αυτά σαν προκαταρκτικά. Τώρα πρέπει να πάω στο άλλο. Στον αν είναι αντίλογος αυτή η πράξη ή λόγος αυτόνομος. Γιατί είπα ότι είναι αντίλογος στην επαναστατική διιεκδίκηση από κάποιους που διαφωνούν με αυτήν ή από εκείνους που απογοητευμένοι από τη διαρκή αναβολή της εκπλήρωσής της, πάνε να πούμε με το μέρος των πρώτων. Οι πρώτοι λένε το εξής: Μπιφτέκι θες; Εγώ θα στο πάρω το μπιφτέκι σου. Διότι είναι λάθος να θέλεις μπιφτέκι. Οι δεύτεροι λένε: Αφού δεν μπορώ να έχω εγώ μπιφτέκι, δεν μπορεί να έχει κανένας μπιφτέκι. Και νομίζω ότι αυτοί οι δύο κάπου συναντιούνται στη μέση της διαδρομής.

Φυσικά δεν έχω λάβει υπόψιν μου πολλά εκατομμύρια σελίδες που έχουν γραφτεί πάνω στα κίνητρα και τη νοηματοδότηση της προσωπικότητας του βάνδαλου. Απλά έτυχε να πάρω τις προάλλες από την έκθεση στην Κλαυθμώνος το πολύ εύληπτο και σε απλά κουτσουρομεταφρασμένα ελληνικά δοκίμιο του Έρικ Χόφφερ με τίτλο Ο Φανατικός, και ήθελα κι εγώ με τη σειρά μου να καταθέσω τη συμβολή μου στον επιστημονικό διάλογο του απέραντου ελληνικού καφενείου. 

Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2012

notes on Defaultism 2

Θα προσπαθήσω να ξαναπιάσω το νήμα εκεί που το άφησα στην προηγούμενη ανάρτηση. Περί Χρεοκοπισμού δηλαδή. Και τούτη εδώ θα είναι μάλλον μία από τις τελευταίες αναρτήσεις που κάνω σε αυτό το μπλογκ. Γιατί αυτό; Eπειδή όσο περνάνε τα χρόνια και βυθιζόμαστε στις συνέπειες της χρόνιας πολιτικής διαφθοράς και κοινωνικής υποκρισίας, η σκέψη δεν σταματάει αλλά χάνει τις δυνατότητες να εμπνέει όταν απλώς επαναλαμβάνεται χωρίς να προσθέτει τίποτα παραγωγικό. Τότε έρχεται η ώρα της ποίησης και του αναστοχασμού. Η ώρα των αποτιμήσεων και της εξαγωγής διδαγμάτων, προσωπικών και ίσως και κοινωνικών. Για άλλους έρχεται η ώρα του πεζοδρομίου και της επανάστασης. Όλοι βλέπεις έχουν φτιάξει από ένα μαγαζάκι και πουλάνε, το δικό μου όμως ήρθε η ώρα να το κλείσω από τις παράπλευρες συνέπειες της «οικονομικής κρίσης». Θα βγω έξω από τo σασιρμά. Παίρνω το δισάκι μου και φεύγω που λένε. Γιατί σαν ελεύθερος άνθρωπος από ανατροφή και παιδεία, ανήκω στο κόμμα του μακαρίτη του Άκη Πάνου. Που για ιδρυτή, αρχηγό και μοναδικό οπαδό είχε τον ίδιο, και μετά το θάνατό του το κληρονόμησα εγώ κι έφτιαξα όπως και άλλοι πολλοί φαντάζομαι, το δικά μας αυστηρά προσωποπαγή κόμματα –με την πλέον όσο δεν πάει άλλο στενή έννοια του όρου. Δες το κάπως έτσι: τo σκιώδες πολιτικό γραφείο μέσα στο κατακερματισμένο μυαλό μου μην αντέχοντας το κόστος πολλαπλών συνειδησιακών διασπάσεων, πήρε την απόφαση να αυτοδιαλυθεί. Και αφήνει κάπου σε μια άκρη τις παραδοσιακές ή καινοφανείς βεβαιότητες, κληρονομιά των ηλιθίων. Εντούτοις μένουν ακόμη μερικά τελευταία πράγματα που πρέπει να ειπωθούν.

Υποτίθεται ότι αναδύεται ένα αντιμνημονιακό μπλόκ στην Ελλάδα, σε απάντηση του πρώτου ελληνικού τραπεζικού πραξικοπήματος που ανέβασε στην κυβέρνηση τον Παπαδήμο. Αυτό το μπλόκ, ή μέτωπο αν θέλετε, δεν θα συμπηχθεί ποτέ. Θα αποτελέσει τη δυστοπία του παραδοσιακού λαϊκισμού, αριστερού και δεξιού. Και λέω δεν θα συμπηχθεί ποτέ διότι ο ηθικός και πολιτικός κατακερματισμός της Αριστεράς δεν θα ανέλθει ποτέ στο επίπεδο των πραγματικών αναγκών του λαού. Μπορεί να βάλουν μέχρι και όπλο στο χέρι του λαού, την πείνα του όμως δεν θα τη ταΐσουν ποτέ, ούτε θα ρίξουν ξύλα στις σόμπες του, ούτε πετρέλαιο στα καλοριφέρ του, ούτε σχολεία για τα παιδιά του θα φτιάξουνε. Οι Έλληνες εδώ, για τους δικούς μας μιλάω. Καταρχήν γιατί σύντομα δεν θα υπάρχει λαός, με την εθνογεωγραφική του σημασία και τα προσαρμοσμένα σε αυτήν χαρακτηριστικά του που λένε οι πολιτικοί επιστήμονες. Ένα τουρλουμπούκι από τυχοδιώκτες της μάσας θα υπάρχει μόνο, που σαν ταξική συνείδηση θα ακούνε μόνο όποια ξένη πρεσβεία τους ακουμπήσει τα περισσότερα φράγκα. Η Ελλάδα θα είναι στο εξής, λόγω της δημογραφικής απίσχνανσης και της εξωτερικής μετανάστευσης, χώρος εθνοπολιτισμικής ποικιλότητας που πετάει στον κάλαθο των αχρήστων τις ιστορικές συνυποδηλώσεις που διατρέχουν την πονεμένη ραχοκοκαλιά της ελληνικής Αριστεράς. Αυτή είναι η άποψή μου και δικαιούμαι να την έχω.

Από την άλλη άποψη, το μνημονιακό μέτωπο με την υποταγή και τη μαλθακότητα που το διακρίνει, τον εκφυλισμό των αντιλήψεων περί κλασικού πολιτικού και οικονομικού φιλελευθερισμού που ανέβασαν τα προοδευμένα έθνη της Δύσης στο σημείο που βρίσκονταν πριν από εκατό χρόνια όταν διαφεντεύανε όλα τα έθνη με την πολιτική των κανονιοφόρων και σήμερα με την εθελούσια υποταγή τους στην εκφυλιστική μάστιγα του καταναλωτισμού και του εμπειρισμού, παπαγαλίζει το μέτωπο αυτό, κάποιες αντιλήψεις κάποιου λέει Φρίντμαν νομπελίστα περί self regulating markets και βάζει νερό στο κρασί της μόνο για κάποια θηριώδη προγράμματα νεοκεϋνσιανών marshall plans που χάρη στη μόχλευση με την οποία θα επιτευχθούν, θα αποδώσουν καρπούς πάλι στα αφεντικά των πρώτων δηλαδή τις μεγάλες επενδυτικές τράπεζες του εξωτερικού και από πίσω τους τη σκιώδη Fed που είναι σε τελευταία ανάλυση ο ίδιος και αυτός παίκτης. Που κόβει χρήμα και δανείζει με swaps επιτοκίου 0,3% την ΕΚΤ. Που κάποιοι τη θεωρούν ως αυτόνομο πόλο που είναι ικανός να διατηρεί περιφερειακά προτεκτοράτα και να στήνει νέα Ράϊχ όταν η ίδια είναι προτεκτοράτο των Αμερικάνων. 

Έτσι οι δύο πόλοι του ιστορικού διαλόγου αυτοακυρώνουν το όραμά τους, όποιο και αν είναι αυτό σε τελευταία ανάλυση και μένουν έρμαια κάποιων «εξωτερικών» εξελίξεων, κάποιας απροσδιόριστης «συμμαχίας» με μια μεγάλη δύναμη (λες και υπάρχουν σήμερα μεγάλες δυνάμεις πλην του Blaknfein της Goldman Sachs), κάποιου πολέμου που θα ξαναμοιράσει τη γεωπολιτική τράπουλα και θα τους πετάξει κάνα κόκαλο αν μείνουν στην πλευρά των νικητών (λες και μπορείς να προβλέψεις ποιος θα νικήσει, αφού καλά-καλά δεν ξέρεις ποιος πολεμάει), ή κάποιου ουτοπικού προγράμματος αναδιάταξης της εσωτερικής παραγωγής στην Ελλάδα, λες και είναι δυνατόν να καναλιζάρεις ένα λαό και μία χώρα σε ένα μονοπάτι οικονομικής ανασυγκρότησης όταν δεν μπορείς να τον μάθεις να σέβεται τις διαβάσεις για πεζούς ή τον αντικαπνιστικό νόμο. Για να μη μιλήσω για τη χρήση κινητών συσκευών εκπομπής ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας στα μέσα μαζικής μεταφοράς. Και μετά σου λένε κάτι τύποι σαν τον Μπεχράκη για παθητικό κάπνισμα και μαλακίες. Αυτοί όλοι (και δεν εννοώ τον Μπεχράκη) έχουν σχέδια για τον τόπο αυτό, και άπειρο χρόνο στη διάθεσή τους να τα απεργάζονται και να βαυκαλίζονται ότι θα τα πετύχουν και να μας τυραννάνε διαχρονικά ζητιανεύοντας κατόπιν ψηφουλάκια με δακρύβρεχτες συγνώμες από καθέδρας για όσα δεν πέτυχαν αλλά με πίστη ότι θα τους βγει η χαρτωσιά στον επόμενο γύρο της πρέφας. 
Ρε ουστ.
Έτσι μιλάω στα σκυλιά. 
Και στις γάτες κάνω, ξξξςςςς..!

Με τους ουραγκοτάγκους τώρα τι γίνεται. Ή καλύτερα, με τους μυρμηγκοφάγους. Οι μυρμηγκοφάγοι είναι αυτοί που ρουφάνε τα μυρμήγκια, εμάς δηλαδή, με την προβοπουλοπροβοσκίδα τους. Δεν βάζουν τα μυρμήγκια να δουλεύουν ηλιθιωδώς και εθελούσια για τους σκοπούς του όποιου ανθυποσυστήματος υπηρετούν οι προηγούμενοι που ανέφερα, αλλά απλά περνάνε από πάνω σου και σε ρουφάνε. Κάτα κάποιο τρόπο είναι το ίδιο πράγμα, αλλά λόγω κλίμακας μεγεθών δεν αντιλαμβάνεσαι το ρούφηγμα ως στιγμιαίο αλλά ως ανήφορο σε μία σκάλα με καρφιά και ξυράφια, και στο τέλος το λες ζωή αυτό το πράγμα. Λοιπόν αυτοί οι τελευταίοι που εξευτελίζουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, αρέσκονται να σε βλέπουν να ξυπνάς από ένα όνειρο και να ξαναμπαίνεις σε ένα άλλο. Όλα τα όνειρα που χαριεντίζεσαι ότι βλέπεις, είναι δικά τους. Γίνε ελεύθερος άνθρωπος, πάψε να καταλώνεις σα κτήνος, βάλε τέχνη στα χέρια σου να γίνεις χρήσιμος, ανθρώπεψε κομμάτι να βγει η λίγδα του ζώου από πάνω σου και γράψτους εκεί που δεν πιάνει μελάνι. Συμβιβασμός θα πούνε κάποιοι. Έχουν για να ξυπνήσουν πολλές φορές ακόμη αυτοί. Τους χαιρετώ.

Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2012

Χρεοκοπισμός (Defaultism)


Σήμερα, ημέρα Τετάρτη (γράφτηκε χθες) κατέβηκα και οσφρίστηκα την καρβουνίλα απ’ τις φωτιές στο κέντρο, πέρασα μέσα από τις λαμπαδιασμένες στοές και περιεργάστηκα τα λείψανα των νεοκλασικών «κοσμημάτων» που έγιναν στάχτη, κι ευχήθηκα μέσα μου να είχε πιάσει εκείνη η ευχή που έκανα το βράδυ της φωτιάς, να περάσει η φωτιά στην Πλάκα και μ’ ένα ξαφνικό φύσημα του ανέμου να καψαλίσει και τα βράχια της Ακρόπολης. Πόσο λυτρωτικό θα ήταν αυτό! Πόσο πιο γρήγορα θα ξεμπερδεύαμε με το κόνσεπτ τράπεζες και υποκαταστήματα του ληστρικού νεοφιλελευθερισμού και τους ανόσιους ναούς του χρήματος, αν καταφέρναμε να κάψουμε το σύμβολο που έχει οικειοποιηθεί ο δυτικός πολιτισμός, προκειμένου να παράγει σήμερα, άσπιλος και νομιμοποιημένος από τα Διαφωτιστικά Ιδεώδη, τίποτα άλλο εκτός από Χρέος και Πόλεμο; Θα ήταν ένα τύπου γκέημ όβερ, σε επίπεδο συμβολισμών, μία παράλυση του πνεύματος και της ύλης, ύστερα και μούδιασμα των ψυχών που θα το ‘βλεπαν παγκοσμίως να κάνει το γύρο του κόσμου. Αλλά αυτό ήταν μονάχα μια φευγαλέα φαντασίωση που είχα και τίποτα παραπάνω. Ποιος ξέρει, ίσως κάποιος κάποτε, πραγματικός και άδολος οραματιστής μιας νέας κοινωνίας, ή ένας Μπρέϊβι κάποιου αρρωστημένου αναρχισμού από μια άλλη άποψη, ή ακόμα ένα πλήθος εξαγριωμένων υπαλλήλων απολυμένων από το Υπουργείο Πολιτισμού, το κάνουν πραγματικότητα. Άλλωστε δεν φυλάσσεται από πουθενά τούτο το πολυτιμότερο σημείο της πόλης των Αθηνών, ίσως μόνο από το μπάρμπα-Γλέζο που ζωή να ‘χει ο άνθρωπος είμαι σίγουρος ότι θα είναι κάπου εκεί με τη μαγκούρα του να δείρει τα κοπέλια που θα το επιχειρήσουν.

Και τώρα στο θέμα μου. Υπάρχει μια νέα ιδεολογία στην Ελλάδα, που επιτέλους μπορώ να πω -με ικανοποίηση σαρδόνιου χαμόγελου- ότι έχει αρχίσει να αναδύεται πεντακάθαρα. Αυτή την ιδεολογία που αρθρώνεται ως το μοναδικό στιβαρό πρόταγμα που κατάφερε να βρει το δρόμο του μέσα από τις εξεγέρσεις και τα αποκαϊδια των τελευταίων τριάμιση χρόνων, την ονομάζω Χρεοκοπισμό (Defaultism). Έχει ερείσματα στο λάο που είναι στημένος με την πλάτη στον τοίχο μπροστά σε ανυπέρβλητα αδιέξοδα και διατρέχει –πλέον- σαν υπόρρητη ιδεολογία σχεδόν όλο το πολιτικό φάσμα ετούτης της χώρας. Οι Χρεοκοπιστές (Defaultists), είναι άνθρωποι του κατακερματιζόμενου λαού που ζητάει ένα εθνικό νόμισμα που θα τον χρεοκοπήσει λειτουργικά μέσα από μια υποτίμηση, ή κάποιοι άλλοι, πάλι μέσα από το λαό, που τρώνε τη προπαγάνδα των Μέσων για τις ασυναγώνιστες αρετές του ευρώ και υφίστανται τον αργό θάνατο εντός του. Είναι πολιτικοί της Αριστεράς που υποστηρίζουν την ολική ή κατά ένα μεγάλο μέρος, διαγραφή του χρέους, χωρίς φαιδρές ασημαντότητες όπως θεωρούν την εθελοντική αναδιάρθρωση του λεγόμενου Private Sector Involvement (PSI), ή και πολιτικοί της κυρίαρχης αστικής ιδεολογίας, που αν και είναι εναντίον των προηγουμένων και της «τυπικής» τους χρεοκοπίας που θα προκύψει από την ενεργοποίηση των ασφαλίστρων κινδύνου (Credit Default Swaps), υποστηρίζουν με τις πολιτικές τους καμπάνιες το λεγόμενο Μνημόνιο, που θα επιφέρει την ουσιαστική χρεοκοπία του λαού, εκ των πραγμάτων, όπως θα διαμορφωθούν δηλαδή οι συνθήκες στα επόμενα χρόνια από τις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις για την αποκατάσταση της «παραγωγικότητας», δηλ. την κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων, κατωτάτου μισθού, κράτους πρόνοιας, κτλ. συνθηκών που θα επιφέρουν δηλαδή την εκ των πραγμάτων χρεοκοπία, δηλαδή την πραγματική, όπως τη λέω εγώ για την οικονομία του κειμένου.

Έχουμε λοιπόν τρία είδη χρεοκοπίας: την τυπική, τη λειτουργική και την πραγματική. Η τυπική δεν είναι βραχυπρόθεσμα, ούτε λειτουργική ούτε πραγματική. Μεσοπρόθεσμα γίνεται λειτουργική. Μακροπρόθεσμα και πραγματική. Η λειτουργική δεν είναι τυπική, αφού το ελληνικό χρέος δικαιούται βάσει δικαίου να επικαλεστεί τις ειδικές ρήτρες για την αποπληρωμή των ομολογιών σε εθνικό νόμισμα. Είναι όμως πραγματική μακροπρόθεσμα και λόγω του αναμενόμενου πληθωρισμού, εφόσον δεν συνοδευτεί από αύξηση των επενδύσεων και της παραγωγικότητας. Η πραγματική χρεοκοπία δεν είναι τυπική, είναι όμως λειτουργική και είναι η σημαντικότερη γιατί είναι η μόνη βέβαιη. Όλες οι άλλες απλώς τεκμαίρονται ως λογικές υποθέσεις και υπό συγκεκριμένες συνθήκες από τους φαραωνικούς οικονομολόγους. Η πραγματική χρεοκοπία εντούτοις είναι καθ’ οδόν και έρχεται σαν τρένο κατά πάνω μας εφόσον παραμείνουμε εντός της «μνημονιακής» πολιτικής.

Ο Χρεοκοπισμός, αποκαλύφθηκε με τ’ όνομά του ενώπιον Θεού και ανθρώπων τη νύχτα της Κυριακής 12 Φεβρουαρίου, στην περίφημη ψηφοφορία για το δεύτερο Πακέτο. Εκεί έγινε αντιληπτό και καθαρό πια και σε μας τους απέξω, για πρώτη φορά μετά από δύο χρόνια, ότι το σύστημα δεν είναι συμπαγές κι ούτε το μέτωπο του Μνημονίου αρραγές. Δύο χρόνια λαϊκισμού απ’ όλες τις πλευρές έκαναν τη δουλειά τους κι άναψαν νέους στόχους στα μυαλά των πολιτικάντηδων που τώρα βλέπουν τη φυγή από τη Νέα Ελλάδα και τον εναγκαλισμό με την Παλαιά ως μόνη λύση, και μάλιστα όχι απλά ανθρωπιστική και από αλληλεγγύη προς τη κοινωνία που χειμάζεται, αλλά ως βιώσιμη και από καθαρά οικονομική άποψη. Αυτό είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον γιατί, σύμφωνα με αυτά που μέχρι πρότεινος διατείνονταν οι πρώην υπέρμαχοι του Μνημονίου, ανταλλάζουν τώρα την Ύφεση με τη Χρεοκοπία. Το πρώτο, βλέπε ύφεση, είναι ο λόγος που δεν ψήφισαν. Το δεύτερο, δηλ. η χρεοκοπία είναι ο λόγος που δεν θα ξαναψηφιστούν οι ίδιοι. Η νέα τους πολιτική γραμμή, τους κατατάσσει σε τυπικούς (technical), και λειτουργικούς (functional), Χρεοκοπιστές (Defaultists). Οι πρώην συνάδελφοί τους στα δύο (παλαιά) μεγάλα κόμματα, που ψήφισαν την -σύμφωνα με τους προηγούμενους, χρεοκοπία του λαού εντός του ευρώ, κατατάσσονται τώρα ξεκάθαρα στο πολιτικό πεδίο της ουσιαστικής (substantial, structural) χρεοκοπίας, ή άλλως, του πραγματικού - δομικού Χρεοκοπισμού (Real Defaultism, Structural Defaultism). 

Ομολογώ ότι κι εγώ ο ίδιος πίστεψα, ότι είναι όντως δυνατόν η Ελλάδα να βγει ψιλοαναίμακτα από την όλη ιστορία. Καταρχήν έβλεπα όσα ήρθαν, από χρόνια πριν στις αναρτήσεις μου. Και κάπου τον ψιλογούσταρα τον Γερμανό μου. Έλεγα, δεν μπορεί, θα απολύσει το ζαβό 200.000 – 300.000 δημοσίους υπαλλήλους, και θ’ ανασάνουμε. Θα δούμε βορειοευρωπαϊκό καπιταλισμό κι ύστερα ευτυχισμένοι θα τινάζουμε τα μυαλά μας στον αέρα και θα σωριαζόμαστε πάνω στο μπυροκοίλι μας. Δεν μπορεί, έλεγα, δεν θα θυσιάσουνε μια ολόκληρη χώρα για να σώσουνε την πελατεία τους, κι Αριστερά τώρα γι’ αυτό φωνάζει, γιατί θα της εξαφανίσουν το προνομιακό της πεδίο, το κέρας της Αμάλθειας, στη χώρα της Αμάθειας. Πείτε με αφελή, κάπως έτσι εκτιμούσα τα πράγματα, κι αυτή τη συγκρότηση έχω ακόμα, κάποτε πόθησα ένα καπιταλισμό γαμιστερό, με πρωτοπορίες και παγκόσμια καινοτομία και εταιρείες σαν πεντάστερα ξενοδοχεία και εργαζόμενους σαν λόρδους στον πύργο του Χάρυ Πότερ. Σαν τη Γκούγκλ δηλαδή και τα σχετικά. Και μια εκτίναξη των παραγωγικών δυνάμεων της Ελλάδας και των δημιουργικών ικανοτήτων των νέων παιδιών, να ξεμπερδεύουμε με τις βδέλλες τους αγγλοσάξονες. Ύστερα, αν υπάρχει ακόμα κάποιος που επιμένει να τον ανατρέψει αυτόν τον καπιταλισμό, το συζητάμε σαν ώριμοι ενήλικες που είμαστε. Αυτά για να είμαι καθαρός με τη συνείδησή μου, και γενικά να ξέρει ο άλλος ποιόν διαβάζει.

Κάποια στιγμή όμως στην πορεία λέω, δεν μπορεί εδώ κάτι παίζει. Πολύ αργούνε αυτοί να απολύσουνε στο δημόσιο, πολύ αργούνε να ιδιωτικοποίησουνε τις χρόνιες μαλακίες που λιμνάζουνε, πολύ αργούνε να πιάσουνε φοροδιαφυγή, πολύ αργούνε όλα. Εκεί στράβωσε το παιχνίδι. Εκεί καταστράφηκαν όλα. Μπήκε και το θέατρο του παραλόγου. Να διαδηλώνουν όσοι έχουν δουλειά, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, σε κομμάτια που θίγονται (δημόσιο) και οι άνεργοι να κάνουμε τουμπεκί. Αν είχε απολύσει μισό εκατομμύριο δημοσίους υπαλλήλους και του έκανε ολική ανακατασκευή και προσλάμβανε –απ’ τους ίδιους σου λέω εγώ, δε ζητάω πολλά απ’ την Ελλάδα- απ’ τους πεντακόσιους χιλιάδες ξανάπαιρνε μετά από ένα χρόνο τους διακόσους, θα είχαμε πάει στο 1.200.000 ανέργους κι ύστερα κάτω κι από 1 κι ύστερα το θάμπος στα μάτια των νεοφιλελεύθερων επενδυτών κι ο θαυμασμός, συν για δυο-τρία χρόνια μια «ηθική» μείωση σε όλα αυτά που πετσόκοκοψαν τώρα για δεκαετίες, και θα ‘χε πάρει μπρος το Κεφάλαιο, να δώσει δουλειές. Δεν ξέρω που ακριβώς θα δουλεύαμε, στα ροδάκινα ή στα εργοστάσια, αλλά θα είχαμε θέμα. Βέβαια αυτό θα προϋπέθετε ότι θα σταματούσε με κάποιο μυστηριώδη σούπερ τρόπο η αέναη εισροή φτηνής ανειδίκευτης εργασίας στην Ελλάδα και ότι οι μόνοι χειρώνακτες εντός της χώρας θα ήταν τα άνεργα ελληνόπουλα, αλλά ας το αφήσουμε αυτό. Δεν ζητάω πολλά απ’ τους προοδευτικούς αναγνώστες μου. Τώρα περάσαμε το 1.000.000 ανέργους και πάμε για το ενάμισυ, και στο δημόσιο αυτό δεν είναι θάλασσα, αυτό είναι λαοθάλασσα. Επίσης αυτό προϋποθέτει ότι θα είχανε μπει και κάποιοι σούπερ ντουπερ φραγμοί στον σπεκουλαδόρικο καπιταλισμό των αγορών και οι ραντιέρηδες θα ρίχνανε τα λεφτά τους στην παραγωγή. Αλλά ας μη ζητάω πολλά και από τους neo-liberal αναγνώστες μου.

Κάπου στην πορεία λοιπόν, άρχισε να δουλεύει το κοσκινάκι της η Νοοτροποκάστα. Σε κάποια παλιότερη ανάρτηση την είχα ορίσει ως το ψυχοδιανοητικό σύνολο ψευδοηθικών και βαθύτατα αντικοινωνικών αντιλήψεων, που χαρακτηρίζουν τους εργαζομένους στο Δημόσιο τομέα, τις Δέκο, και τα Σώματα ασφαλείας. Ή περίπου έτσι τέλος πάντων, όποιος έχει όρεξη μπορεί να πατήσει να το διαβάσει εδώ. Αυτοί όλοι, δεν είναι απλώς άτομα μαζεμένα μπούγιο μεγάλο που συγκροτούν εκλογικό σώμα που βγάζει πλειοψηφίες και τραπεζολακέδες, αλλά χωροχρονική συμπύκνωση ενσαρκωμένη, της νεότερης ιστορίας αυτού του τόπου. Ό,τι σκατά μας άφησε το παρελθόν, αυτοί τα ‘χουνε φυλαγμένα και τα μυρίζουνε. Και επικοινωνούν στην υπόλοιπη κοινωνία τις καλά στερεωμένες ανθυποαντιλήψεις τους χάρη στα ισχυρά τους δίκτυα, συνδικαλιστικά και άλλα. Για την ακρίβεια, η υπόλοιπη κοινωνία δεν υπάρχει, αυτοί οι ίδιοι αποτελούν και την υπόλοιπη κοινωνία. Τα παιδιά τους, οι σύζυγοι, οι συγγενείς, τα σόγια, οι κουμπάροι και οι μπατζανάκηδές τους. Κι όλοι μαζί οι παραπάνω φτιάχνουν τα μαλακισμένα τα κόμματα.

Αυτά τα μαλακισμένα τα κόμματα αποφάσισαν προχθές, την Κυριακή δηλαδή, να αυτοδιαλυθούν. Εσύ λοιπόν τι καταλαβαίνεις ρε αναγνώστη; Δεν είσαι τόσο μαλάκας να πιστεύεις ότι σταμάτησαν να υπηρετούν την πελατεία τους; Που δεν λέγεται κομματική τώρα, λέγεται βουλευτική. Και για να εξυπηρετηθεί πρέπει τώρα να ισχυριστείς ότι είσαι υπέρμαχος «εθνικών πρωτοβουλιών». Για όνομα του θεού! Το είχα προβλέψει να πούμε  (στην τελευταία παράγραφο) εδώ αλλά δεν πίστευα ότι μπορούσαν να το κάνουν τόσο γρήγορα. Κι όμως! (Αλήθεια πότε θα πάρω βραβείο οξυδερκέστερης προφητείας;)

Λέω να συνεχίσω όμως κάποια άλλη στιγμή γιατί κλείνουν τα μάτια μου πάνω απ’ το πληκτρολόγιο. Όβερ εντ άουτ.


Υ.Γ. αν δεν το συνεχίσω βασικά ελπίζω να έγινε αντιληπτό ότι ο Χρεοκοπισμός είναι δικό μου εφεύρημα, μονάχα ως λέξη και παρά το γεγονός ότι επιθυμώ κι εγώ να πάμε σε εθνική άσκηση νομισματικής πολιτικής. Βασικά δεν θα υπερθεμάτιζα υπέρ εθνικού νομίσματος αν δεν είχα κάνει πρώτα ό,τι είναι δυνατόν εντός ευρώ να αποφύγω τη χρεοκοπία του λαού. Και εφόσον πάλι κατά πάσα απιθανότητα θα κατέληγα στο εθνικό νόμισμα, θα είχα φροντίσει να μη το δαιμονοποιήσω σαν ηλίθιος λακές της ανθρωποβδέλας που ακούει στο όνομα Προβόπουλος, Προβατόπουλος, κάπως έτσι.